Η πρώτη συνέντευξη καλλιτέχνη για το 2020 στο koutipandoras.gr είναι αυτή με τον λαϊκό τραγουδιστή Γιώργο Μαργαρίτη. Μία φιλική κουβέντα που διαβάζεται απολαυστικά σαν μία αναδρομή στη ζωή του ερμηνευτή που ήρθε από τα Τρίκαλα στην Αθήνα σε εφηβική ηλικία, έχοντας τα εύσημα του Τσιτσάνη, για να γράψει τη δική του ιστορία!

Μου αρέσουν οι άγνωστες ιστορίες για απρόσμενες συναντήσεις καλλιτεχνών, που προέρχονται από διαφορετικούς χώρους! Την ακόλουθη σύντομη ιστορία μού είχε αφηγηθεί παλιότερα η συνθέτρια Λένα Πλάτωνος: Το 1959 είχε βρεθεί στο σπίτι της οικογένειας Μαργαρίτη στην Αθήνα, στην οδό Καυκάσου της Κυψέλης. Η Πλάτωνος, κάτω από 10 ετών τότε, ήταν συμμαθήτρια στο σχολείο με τη μία από τις δύο αδερφές του Γιώργου Μαργαρίτη, ο οποίος είχε μπει στα 14. «Τον θυμάμαι ξαπλωμένο σ’ ένα ντιβανάκι που είχαν, πιο παχουλούτσικος απ’ ότι είναι σήμερα, να λέει ότι θα γίνει τραγουδιστής μια μέρα! Τον είχα ακούσει μάλιστα να τραγουδάει λαϊκά τραγούδια της εποχής – νομίζω ένα του Μπάμπη Τσετίνη – και, πραγματικά, είχε πολύ ιδιαίτερη φωνή σαν μικρό παιδί που ήταν».

Η μαρτυρία της Πλάτωνος είναι ενδεικτική για το πώς ο Μαργαρίτης ήρθε από τα Τρίκαλα στην Αθήνα με σκοπό να κυνηγήσει τ’ όνειρο του και, όπως αποδείχτηκε, ν’ αφήσει τελικά το δικό του ισχυρό στίγμα στο λαϊκό τραγούδι από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα που είναι «μάχιμος» και σταθερά κοσμαγάπητος.

Τα όσα λέει ο Μαργαρίτης στην συνέντευξη μας έχουν το ενδιαφέρον τους και διαβάζονται σαν μια χαλαρή φιλική κουβέντα, παρόλο που συναντιόμασταν για πρώτη φορά με ένα μαγνητοφωνάκι ανάμεσα μας. Πάντως, αυτό που εγώ αποκόμισα από τη συνομιλία μας είναι πως πρόκειται για έναν ευφυή καλλιτέχνη με αισθητικό κριτήριο, ειδικά όταν αναφερθήκαμε σε πρόσωπα και καταστάσεις, που έμειναν εκτός κειμένου.

Με το πρώτο βιβλίο του στις προθήκες ήδη των βιβλιοπωλείων – θ’ ακολουθήσει το β’ μέρος της βιογραφίας του μεσ’ στο 2020 – και με μία μεγάλη συναυλία στα σκαριά για τις 17 Ιανουαρίου, στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, ο Γιώργος Μαργαρίτης μίλησε για όλους και για όλα με άποψη, τόλμη, αλλά και ευαισθησία.

(Το λόγο παίρνει πρώτος ο Γιώργος Μαργαρίτης) Καλησπέρα, Αντώνη, καλώς ήρθες και χρόνια πολλά! Να έχουμε καλή χρονιά, η πιο καλή απ’ όλες να είναι!

Δεν ήταν καλές οι άλλες χρονιές, έτσι;

Να είναι πιο καλή ακόμα! Δεν γίνεται;

Η ζωή τα φέρνει δύσκολα τελευταία, το ξέρεις…

Το ξέρω και σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ που μου δίνεις την ευκαιρία να πω πέντε πράγματα τέτοιες μέρες γιορτινές, να μάθουν οι φίλοι μου που βρίσκομαι, τι κάνω και πως βλέπω τα πράγματα.

Λες να σε ψάχνει κανείς; Δεν έχεις χαθεί, πάντα είσαι στην επικαιρότητα.

Εντάξει, έχω κάναν χρόνο περίπου που δεν εμφανίζομαι μεσ’ στην Αθήνα.

Ήταν συνειδητή επιλογή αυτό;

Επιλογή μου, για να τελειώσουν τα δύο βιβλία που έγραψα. Το ένα βγήκε, τ’ άλλο θα πάει κατά το Πάσχα.

Μάλιστα. Αφιέρωσες δηλαδή ένα χρόνο στα βιβλία σου;

(γελάει) Δεν είναι ένας χρόνος, το ένα βιβλίο συνοψίζει τα σαράντα χρόνια μου και τ’ άλλο τα πενήντα, αφού θα’ναι η βιογραφία μου ολόκληρη.

Η διαδικασία ποια ήταν; Αφηγήσεις σε κάποιον που είχε την επιμέλεια ή κάθισες μόνος σου και τα έγραψες;

Τα έγραψα μόνος μου. Είναι πέντε χρόνια και παραπάνω που το ξεκίνησα από διάφορα χαρτάκια και σημειώσεις μου, που είχα κρατημένα.

Ένας τραγουδιστής αφήνει τα τραγούδια του. Τι το διαφορετικό έχει ν’ αφήσει τα βιβλία του;

Το βιβλίο για μένα είναι τα πενήντα χρόνια της ταλαιπωρίας μου. Έτσι θέλω να τη λέω! Υπήρξαν καλές, υπήρξαν και κακές στιγμές. Τις κακές δεν θέλω να τις θυμάμαι.

Τις αναφέρεις ή όχι μεσ’ στο πρώτο βιβλίο;

Τις αναφέρω. Όχι όλες, γιατί έχουμε και συνέχεια. Το βιβλίο σημαίνει πως όσοι σ’ αγαπούν, σ’ εκτιμούν και πιστεύουν πως έχεις προσφέρει για την πατρίδα, θα το κάνουν και επιτυχία. Για μένα, δε, είναι και μια μεγάλη ικανοποίηση.

Η τέχνη, το τραγούδι, έχει πατρίδα, Γιώργο Μαργαρίτη;

Ε, βέβαια, τι; Ελλάδα είμαστε και μένα η Αθήνα είναι η επίσημη αγαπημένη μου! Είναι πολλά τα χρόνια μου εδώ, εξήντα, μαζί με τους φίλους, την οικογένεια μου, τα πάντα.

Η αλήθεια είναι πως δεν περίμενα να συναντήσω τον Μαργαρίτη στον «Βάρσο» της Κηφισιάς. Θα ταίριαζε περισσότερο σ’ ένα κουτούκι στο Αιγάλεω, όπως όταν είχα βρεθεί με τον Ζαγοραίο.

(γελάει) Εγώ είμαι χειρότερος! Πρώτη φορά έρχομαι εδώ!

Αλήθεια τώρα;

Για σένα ήρθα εδώ, επειδή ανέβηκες με τον ηλεκτρικό. Τι να σου έλεγα; Πάρε ένα ταξάκι κι έλα στο Καματερό, στα Πετράλωνα ή στον Πειραιά;

Εκεί είναι οι δικοί σου άνθρωποι δηλαδή;

Και εκεί! Παρέες πολλές. Τα έχω ζήσει πολύ αυτά τα μέρη! Για να μη σου έλεγα επίσης «Έλα απ’ τον Άγιο Αρτέμιο, τη Γούβα», άλλο κομβικό μέρος στη ζωή μου.

Με θυμάσαι, Γιώργο, όταν πρωτοήρθα στο σπίτι σου το 2007 για ένα γύρισμα; Φεύγοντας, θυμάμαι, μας είχες χαρίσει από’να μπουκαλάκι με εμφιαλωμένο νερό από τα Τρίκαλα.

Νερό ή κρασί;

Νερό, νεράκι…

Και πως έγινε να είχα νερά απ’ τα Τρίκαλα; Λάθος θα κάνεις! Μπας κι ήταν τσίπουρο, τσικουδιά; Το άνοιξες, ήπιες καθόλου;

Τέλος πάντων. Ήθελα να πω ότι διατηρείς σταθερούς δεσμούς με τα Τρίκαλα, τη γενέτειρα σου.

Όχι πολύ! Τα τελευταία χρόνια ελάχιστα πάω. Εκεί που γεννήθηκα, δεν υπάρχει πια κανένας δικός μου. Έχω κάποιους συγγενείς σε γύρω μέρη, Λάρισα, μέσα στα Τρίκαλα, αλλά δεν έχω και χρόνο, όπως και μου είναι δύσκολο να πάρω τ’ αμάξι και να κάνω τέτοια ταξίδια. Άμα θελήσω να πάω, έχω φίλους που μπορεί να τα μαζέψουμε και να πάμε παρέα.

Σε θλίβει να σκέφτεσαι ότι από την πατρική σου γη έχουν εκλείψει όλοι οι πρόγονοί σου;

Με θλίβει…Μάλιστα, έχω ένα σπιτάκι εκεί στο χωριό, το οποίο θα το δώσω σε μια οικογένεια που έχει δυο παιδάκια για να μεγαλώσουν εκεί μέσα.

Μπράβο σου.

Μα τι να το κάνω; Αφού δεν πάω ποτέ και το σπίτι θέλει οικογένεια, θέλει ανθρώπους μέσα, αλλιώς ρήμαξε. Άσε που γλιτώνεις και όλα τα άλλα, έξοδα σπιτιού κλπ.

Πας πίσω συχνά με τη μνήμη; Και δεν εννοώ τώρα μόνο λόγω του βιβλίου.

Όπως είπα, πολύ λίγα θέλω να θυμάμαι από εκείνα τα χρόνια. Ήταν άτιμα χρόνια! Την ανεργία την έχω βιώσει για τα καλά στο πετσί μου.

Άτιμα χρόνια και εξ αιτίας των ανθρώπων;

Εννοώ πως δεν ήταν σε καλή κατάσταση η πατρίδα μας, εκτός από ένα 40%. Το άλλο 60% ψάχναμε για δουλειά, όχι για να πληρωθούμε, αλλά για να γεμίσουμε το στομάχι μας. Δεν θέλω γι’ αυτό να πηγαίνω πολύ και συχνά πίσω, αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις που οφείλω να τις θυμάμαι. Μιλάω για περιπτώσεις που βοήθησαν να γίνω ότι είμαι σήμερα.

Είσαι απ’ τους ανθρώπους που κρατάνε πικρίες μέσα τους;

Τα ξεχνάω κιόλας! Μου λένε οι άλλοι πολλές φορές «Μα, ξέχασες εκείνο;»…Το ξέχασα, ναι! Και τι θα βγει άμα το θυμάμαι; Τίποτα!

Λες γι’ αυτό νά’σαι και τόσο αγαπητός στον κόσμο; Να λένε όλοι δηλαδή «Καλός τραγουδιστής είναι αυτός και καλό παιδί».

Αντώνη, έτσι λέει ο κόσμος όλος, αλλά εγώ δεν ξέρω τι θα πει καλό και κακό παιδί. Εγώ, για την ακρίβεια, δεν πιστεύω ότι υπάρχουν καλοί και κακοί άνθρωποι.

Ενδιαφέρον ακούγεται.

Όταν γεννιόμαστε, αθώοι δεν είμαστε όλοι; Οι καταστάσεις, το σύστημα και οι περιστάσεις κάνουν τους ανθρώπους να βγαίνουν απ’ τα ρούχα τους και να μοιράζουν κακίες χωρίς να χρειάζεται. Έτσι το βλέπω! Ο κόσμος έχει γεμίσει αδικία και στην Ελλάδα το κακό παράγινε.

Εσύ που έζησες τη νύχτα στην ακμή της, τι έχει αλλάξει από τότε μέχρι σήμερα; Πες με δυο λόγια.

Και τότε ήταν ωραία, και τώρα είναι ωραία. Κρατάω πιο πολύ το τώρα, όμως! Στη δουλειά μου, τα βράδια, εκεί που τραγουδάω, χορεύουν όλοι μαζί και μου αρέσει πολύ. Εκείνη την εποχή, χτυπούσαν παλαμάκια 30 – 40 άτομα και χόρευε ένας, που σήκωνε το πόδι του και μέχρι να το κατεβάσει, έφευγε ολόκληρη η βραδιά. Κι άμα είχε και κάνα τούβλο στην τσέπη και πλήρωνε και την ορχήστρα, την άλλη Τρίτη έφευγε! Χόρευαν συνέχεια οι ίδιοι και οι ίδιοι. Ξέρεις, ήταν και κάποιοι αγανακτισμένοι, έτσι γινόντουσαν κι οι παρεξηγήσεις στην πίστα.

Καλύτερη, λοιπόν, η σημερινή διασκέδαση.

Ναι. Η νεολαία μας ανταμώνει και γλεντάνε όλοι μαζί.

Τα πρόσωπα όμως δεν είναι πιο θλιμμένα συγκριτικά με τότε;

Το βλέπω αυτό, βέβαια. Το συναντώ. Με σταματούν στο δρόμο πάρα πολλοί και μου λένε τον πόνο τους. Δεν είμαι να με πιάνει φανάρι εμένα. Άμα με πιάσει, μπουκάρανε όλοι (γελάμε) Πρέπει να μ’ αφήνει η τροχαία να φεύγω με κόκκινο εγώ! Προχθές συνάντησα έναν στην Αχαρνών και Δεκελείας, «Γιώργαρε» μου φώναξε. «Τι είναι, ρε;» του λέω…«Μου πήραν το σπίτι»…Εγώ έφευγα εκείνη την ώρα, που να σταματούσα; Οι άλλοι άρχιζαν ήδη να μου κορνάρουν από πίσω.

Τουλάχιστον το άκουσες, το εισέπραξες.

Από τέτοια, άλλο τίποτα. Για μένα η πατρίδα μας έχει φτωχέψει, έχει χρεοκοπήσει.

Έχεις πει πολλές φορές για τη συνάντηση σου με τον Βασίλη Τσιτσάνη. Υπάρχει μια πικρία ή λάθος μου που το εξέλαβα έτσι;

Όχι, ποτέ δεν βγήκε πικρία προς τα έξω. Ίσα – ίσα που εγώ ήμουν στα 13 και ο Τσιτσάνης δεν μου έδωσε μόνο τη σύσταση του, αλλά και το εισιτήριο, και τα ναύλα, και όλα. Και μου τα δίνει ακόμα! Όσο ζω θα παίρνω απ’ τον Τσιτσάνη, όπως κι όλοι μας θα παίρνουμε! Έτσι ήρθα στην Αθήνα. Τη μισή καριέρα μου χρωστάω εγώ στον Τσιτσάνη και ποτέ δεν ξανάκουσα για κανέναν στα 13 του να τον είχε συμβουλέψει ο Τσιτσάνης! Πήγαινα και τον έβλεπα, τα λέγαμε, μέχρι λίγο πριν να φύγει απ’ τη ζωή.

Μέχρι και το ’84 δηλαδή;

Μιλάω για το ’78 – ’79, μέχρι και το ’80 κοντά. Ανταμώναμε κάθε πρωί, τέλειωνε απ’ το «Χάραμα» κι ερχόταν στη Γλυφάδα που τραγούδαγα εγώ. Άραζε με τ’ αμάξι του, γι’ αυτό και η οδός εκεί πήρε το όνομα του.

Καταλαβαίνω, ήταν μια σημαντική παρουσία στη ζωή σου.

Και τα τραγούδια του, αξεπέραστα! (σ.σ. ο σερβιτόρος του «Βάρσου» αφήνει μπροστά μου μια κρέμα με κανέλα που παράγγειλα. Ο Μαργαρίτης παρατηρεί τη μεγάλη πιατέλα και σχολιάζει με χιούμορ: «Πω, πω, την καθαρίζεις όλη την κατσαρόλα, ε;» Σκάμε στα γέλια) Κατάλαβες, και μετά ρωτάτε όλοι πως διατηρείται έτσι ο Μαργαρίτης!

Να ρωτήσω, λοιπόν, εσένα που σου έχουν γράψει τραγούδια και άλλοι συνθέτες, από έντεχνους μέχρι ροκάδες, τι είχαν- πιστεύεις- τα τραγούδια του Τσιτσάνη;

Ο Τσιτσάνης ήταν η κορυφή, ο πρώτος! Μάρκος, Παπαϊωάννου, αυτή ήταν η φουρνιά κι εγώ μέσα εκεί θα βάλω και τον Μίκη! Αυτοί μας άφησαν μεγάλη προίκα χωρίς να απαιτήσουν κάποιο κέρδος. Την αγάπη του κόσμου μόνο πήραν και φύγανε. Νά’ναι καλά ο Μίκης που τον χρειαζόμαστε για άλλα δέκα, πενήντα, εκατό χρόνια!

Θα έβαζες στην ίδια «φουρνιά» και τον Χατζιδάκι;

Θα τον έβαζα, αν και τα δικά του τραγούδια ήταν πιο θεατρικά, σε αντίθεση με τον Μίκη που τα τραγούδια του τα άκουγα από φαντάρος. Κάποια, όχι όλα, γιατί δεν περνούσαν και όλα του Μίκη στους χώρους που εγώ τραγουδούσα.

Σωστό. Και ο Διονυσίου κάποτε αρνήθηκε να πει τραγούδια του Μίκη ως δυσνόητα για το δικό του κοινό.

(γελάει) Κι όμως, εγώ έχω άλλη γνώμη! Ο μεγάλος και σπουδαίος και αγαπημένος φίλος μου, Στράτος Διονυσίου, θα μπορούσε να ταξιδέψει κάποια τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, να τα πάει αλλού. Τέτοια δύναμη την είχε ο Στράτος! (σ.σ. εκείνη τη στιγμή, στο καφέ του «Βάρσου» εισβάλλει μια κομπανία από νέα παιδιά, ντυμένα Αγιοβασίληδες, που λένε τα κάλαντα. Αναγνωρίζουν τον Μαργαρίτη, του ζητάνε να φωτογραφηθεί μαζί τους και η συνέντευξη διακόπτεται για λίγα λεπτά)

Λέγαμε για τον Μίκη και έτσι όπως μου τα λες, σαν να τό’χεις καημό να τον τραγουδήσεις.

Κοίταξε, τα τραγούδια του Μίκη ζητάνε άλλους χώρους, πώς να τους πούμε, πιο έντεχνους…Δεν γίνεται να παίζεται ο Μίκης μέσα σ’ ένα πολύ λαϊκό νυχτομάγαζο. Εκεί αρχηγοί είναι ο Μάρκος, ο Παπαϊωάννου και ο Τσιτσάνης! Βέβαια, ούτε και τα τραγούδια του Τσιτσάνη παίζονταν ωραία εκεί μέσα, μιλάω για την «Αρχόντισσα» ή την «Αχάριστη» και όχι για τα πιο γλεντζέδικα, σαν το «Ξημερώνει και βραδιάζει» ή το «Με παράσυρε το ρέμα». Τώρα, για το άλλο που με ρωτάς, κάναμε μια κουβέντα με τον Μίκη. Είχα πάει μαζί με τον Μίμη Ανδρουλάκη στο σπίτι του πριν από τρία – τέσσερα χρόνια, κάπου εκεί. «Μη νομίζεις ότι δεν σε παρακολουθώ, Γιώργο» μου είπε. «Εσύ πάρε όσα τραγούδια μου θες και πες τα»! Μαζί επιλέξαμε το ρεπερτόριο μου και είμαι πανέτοιμος! Κάποια στιγμή, το ξέρει και η Μαργαρίτα…(σ.σ. η χορωδία των παιδιών συνεχίζει τα κάλαντα και δυσανασχετούμε)

Και γιατί δεν προχώρησε η δουλειά τότε;

Η Μαργαρίτα Θεοδωράκη το γνωρίζει αυτό. Βέβαια, ούτε εγώ είχα τον πολύ χρόνο. Τώρα, μετά το Πάσχα, είμαι πανέτοιμος, επαναλαμβάνω. Τραγούδια του Μίκη που ταιριάζουν και σε μένα! Να ταξιδέψουν με μένα, όπως θα ταξίδευαν και με τον Στράτο, που αναφέραμε.

Έχεις αποδείξει εσύ ότι είσαι ένας ευφυής τραγουδιστής. Θυμίζω εκείνους τους δίσκους που είχες κάνει με επανεκτελέσεις Τσιτσάνη και ρεμπέτικων που έκαναν μεγάλη επιτυχία.

Ο πρώτος μου δίσκος ήταν με τραγούδια του Τάκη Σούκα. Το ’85 ηχογράφησα επανεκτελέσεις τραγουδιών, με τα οποία μεγάλωσα, δηλαδή τραγούδια του Μπάμπη Μπακάλη, του Απόστολου Χατζηχρήστου, του Καλδάρα και του Τσιτσάνη. Αυτά ήταν! Εγώ, από το ξεκίνημα μου στο χωριό, μάθαινα τα τραγούδια αυτά απ’ τις πλάκες, απ’ τους δίσκους. Υπήρχε καλό λαϊκό και ρεμπέτικο τραγούδι. Όταν μετά κατέβηκα στην Αθήνα, έλεγα και τραγούδια της εποχής. Αυτά που συζητάμε, τα έκανα αφού μπήκα στη δισκογραφία και καθιερώθηκα. Όταν η πατρίδα γνώρισε το όνομα μου, προχώρησα σε ότι τραβούσε η ψυχή μου.

Είχες άγχος να σε γνωρίσει η πατρίδα;

Πολύ περισσότερο έλεγα να βγει αυτό από μέσα μου! Το ήξερα ότι θα συνέβαινε κάποια στιγμή. Πόσο μάλλον όταν μετά το φανταριλίκι, τραγουδούσα σε κάποιους χώρους και διαισθανόμουν ότι έρχεται η σειρά μου. Έβλεπα τις ηλικίες που περίμεναν να έρθει η σειρά μου να βγω για να χορέψουν με τα δικά μου. Δεν χορεύανε με άλλους! Τους έλεγα το «Καπηλειό», το «Πήρα τη στράτα κι έρχομαι» κι εκεί την καταβρίσκανε!

Τελικά μου λες στην ουσία ότι το κοινό σε έφτιαξε ως τραγουδιστή και μόνο αυτό.

Έτσι ακριβώς είναι.

Δεν συμβαίνει με όλους. Ασκείς με αμεσότητα την τέχνη σου.

Κοίταξε, έτσι περίπου είχαν τα πράγματα. Μας άκουγαν από κάνα ραδιοφωνάκι και στην περίπτωση μου, τα ραδιόφωνα ήταν λίγα. Το κρατικό ξέχασε το, πιο πολύ τα πειρατικά μας παίζανε. Επιτυχίες γίνονταν τα κομμάτια, από την εποχή του Καζαντζίδη ήδη, από τις ντουντούκες των γυρολόγων. Και να σου πω και κάτι; Οι τσιγγάνοι έπαιξαν μεγάλο ρόλο στο να διαδοθεί εκείνα τα χρόνια το λαϊκό τραγούδι.

Πρώτη φορά το ακούω αυτό.

Μα, έμενα στην Κυψέλη, Καυκάσου 112, και πέρασε ένα μαναβάκι τσιγγανάκι με τέρμα τη ντουντούκα να παίζει «Δεν πρέπει – δεν πρέπει». Δεν το άκουγε όλος ο κόσμος; Πιο μετά, πάλι, άκουγα συνέχεια το «Έξω ντέρτια και καημοί». Ναι, παίξανε μεγάλο ρόλο οι τσιγγάνοι και τους ευχαριστούμε πάρα πολύ! Τους χρειαζόμαστε και να μην παραλείπουμε να λέμε και σ’ αυτούς ένα ευχαριστώ.

Προς τιμήν σου που το λες.

Βέβαια! Εγώ δεν έχω ρατσισμό για κανέναν. Τα είπα και στην αρχή, όλοι γεννιόμαστε μικρά παιδιά αθώα. Από κει και πέρα, όλοι χρειαζόμαστε αυτήν την πατρίδα που λέγεται Ελλάδα και δεν περισσεύει και κανένας.

Να ζητήσω ένα σχόλιο σου για το προσφυγικό;

Μακάρι η πατρίδα μας νά’χε υποδομές και να αφομοίωνε όλο αυτόν τον κόσμο. Δεν θα είχαμε κάποια χασούρα. Κέρδος θα’χαμε! Βλέπεις, όμως, ότι είμαστε μικρή χώρα, δεν έχουμε τις βάσεις και οι άνθρωποι αυτοί στοιβάζονται. Φοβάμαι για τα χειρότερα…Πρέπει να σου πω ότι εγώ έχω περάσει από τον Μόρια, στη Μυτιλήνη.

Επί τούτου πήγες;

Όχι, πήγα να δουλέψω δυο βράδια και το επόμενο πρωί επισκέφτηκα το χωριό. Το είδα που ήταν καλύτερο χωριό απ’ το δικό μου, αυτό που γεννήθηκα. Δεν ξέρω πως αισθάνονταν οι πρόσφυγες που βρίσκονταν εκεί μέσα, αλλά τα είχαν όλα: Ρεύμα, ίντερνετ, μέχρι μπιλιάρδα τους είχανε.

Δεν είναι σωστό να συγκρίνουμε ένα χωριό του 1950 με ένα χωριό του 21ου αι.

Αυτό λέω, εμείς δεν είχαμε ούτε δρόμους, ούτε ρεύμα. Μεσ’ στις λάσπες περπατούσαμε. Ο κόσμος εμένα απλά με κοιτούσε. Που να με γνώριζε; Περπατούσαμε ανάμεσα τους, θυμάμαι, μαζί με τον γενικό διευθυντή. Θυμήθηκα κι εγώ την παιδική μου ηλικία, που κοιμόμουν έξω, σε εκκλησίες, από δω κι από κει. Μη λέω πάλι τα ίδια και τα θυμάμαι και μελαγχολώ.

Δεν πειράζει.

Τά’χω ξαναπεί, μωρέ…Εγώ σπίτι δικό μου απέκτησα τα τελευταία 19 χρόνια. Έφτασα τώρα 70 κάτι, δηλαδή έπρεπε να πάω 50 για να’χω δικό μου σπίτι, το οποίο δεν ξέρω αν θα καταφέρω να το κρατήσω τα επόμενα χρόνια.

Κατάλαβα…

Εγώ έχω μάθει να λέω «Δεν είμαι εγώ μόνο και οι άλλοι δεν είναι»! Όχι, και οι γενιές που έρχονται, οι νέοι, μάγκες θα’ναι κι αυτοί. Κι αυτοί θα τη βρουν την άκρη, μόνοι τους, μην περιμένουν να τους βοηθήσει κανένας. Κι εμείς μόνοι μας τη βρήκαμε την άκρη και νοικοκυρευτήκαμε και κάναμε ότι κάναμε. Τα χρόνια ήταν πολύ πέτρινα τότες και οι άνθρωποι στην πατρίδα μας φεύγανε, άλλος Καναδά, άλλος Αυστραλία. Κι εγώ που ήρθα στην Αθήνα μετανάστης ένιωθα. Είχαμε μέσα μας μεγάλο πόνο και ταλαιπωρία κι αρχίσαμε όλοι να κάνουμε κάτι δυνατό. Κοίτα τώρα που χάνεται αυτό το δυνατό που μπορέσαμε να χτίσουμε!

Χάνεται η συνέχεια.

Χάνεται και σήμερα λέμε «Καλύτερα να μην το κάναμε αυτό». Λέγαμε να πάρουμε ένα μεγάλο σπίτι να βάλουμε τα παιδιά μας μέσα. Αυτό, αν το ξέραμε από τότε, δεν θα το κάναμε. Αν ξέραμε, εννοώ, ότι θα έρχονταν οι «Ένφιες» και οι «Μέμφιες» και ότι θα δουλεύεις για να πληρώνεις το ρεύμα και πάλι να μη φτάνει. Ποιος ξέρει τι άλλο θα’ρθει…Καλύτερα να κάναμε ένα καλυβάκι με μια πέργολα και να λέγαμε τώρα «Γεια σου, φίλε»…

Ήσουν ποτέ φιλοχρήματος;

Δεν ανήκω εγώ στις γενιές τραγουδιστών που βγάλανε χαρτί, πήρανε λεφτά. Χαλάλι τους, στην τελική. Να τα χαίρονται, αλλά εγώ υπάγομαι σε μία άλλη γενιά που δεν προλάβαμε να βγάλουμε τα πολλά χρήματα. Απλώς εγώ είμαι ένας μερακλής τραγουδιστής, να μ’ έχει καλά ο Θεός! Από κει ξεκινάμε, να μας έχει καλά ο Θεός να κάνουμε πράγματα. Κι επειδή έχω προσέξει πολύ τα βήματα στην καριέρα μου τα τελευταία 15 χρόνια, έδωσα τροφή σε κάποιους απ’ τις επόμενες γενιές. Πρέπει να προσέχει ο κάθε καλλιτέχνης το μέλλον του, γιατί έρχονται επόμενες γενιές που σε ξεχνάνε. Αυτό πρόσεξα εγώ και γι’ αυτό με έμαθαν οι πιτσιρικάδες, οι οποίοι τώρα πάλι αρχίζουν και με ξεχνούν! Κάτι πρέπει να κάνω!

Ε, να κάνεις ηλεκτρονική μουσική τώρα!

Μπα, όχι, είμαι έτοιμος πάλι! Τους έρχεται! «Γεννημένος να τρέχω» λέγεται το καινούργιο τραγούδι μου! Στίχοι του κοινού μας φίλου, του Μπαλαχούτη, και μουσική του Βασίλη Δαραμούσκα. Στις 10 Ιανουαρίου θα μπω να το τραγουδήσω, τώρα «στήνεται» το κομμάτι.

Λαϊκό είναι;

Όχι, είναι μπαλάντα. Αλλά υπέροχη λαϊκότατη μπαλάντα! Τραγούδι του λαού θα’ναι αυτό!

Πηγή: www.koutipandoras.gr

Advertisements

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ