Οσα χρόνια κι αν περάσουν, ο μύθος του Στέλιου Καζαντζίδη δεν θα σβήσει. Ο Στέλιος, όπως έτσι απλά τον αποκαλούν μέχρι σήμερα οι πολυπληθείς θαυμαστές και φίλοι του, λατρεύτηκε όσο λίγοι θνητοί όσο ζούσε και, μετά τον βιολογικό του θάνατο, πέρασε στο πάνθεον των μεγάλων αθανάτων του κλασικού λαϊκού, ευρύτερα του ελληνικού τραγουδιού και του λαϊκού μας πολιτισμού. Αναζητώντας τους λόγους της τεράστιας λαοφιλίας που ο ίδιος γνώρισε και συνεχίζει να υφίσταται αμείωτη και μετά τον θάνατό του, ο λαϊκός τραγουδιστής-θρύλος, εκτός από την μυθική, απέραντη σε διαστάσεις φωνή του και τα χιλιάδες τραγούδια που ερμήνευσε αγγίζοντας τις ψυχές των απλών ανθρώπων μέχρι τα έγκατά τους, δεν μπορείς να μη σταθείς στη δική του κοσμοθεωρία, πώς δηλαδή αντιλαμβανόταν τη ζωή και την κοινωνία, και στον τρόπο που ο ίδιος προσέγγιζε και αντιμετώπιζε τις κοινωνικές συνθήκες και τους ανθρώπους.

«Κοινωνία ένοχη παλιοκοινωνία
είσαι σκάρτη και άπονη και σε κατηγορώ
μες στην αδικία σου και μες στην τυραννία
κοινωνία ένοχη να ζήσω δεν μπορώ…»

Ο Στέλιος απεχθανόταν το άδικο, μισούσε την κοινωνική αδικία και τις πηγές από τις οποίες εκπορεύεται. Αντίθετα, λάτρευε τους απλούς ανθρώπους, τους βιοπαλαιστές του μεροκάματου, γενικότερα τους εργαζόμενους, τους άνεργους, τους μετανάστες, τους καταπιεσμένους και διωγμένους από την οικονομική και πολιτική εξουσία της κυρίαρχης τάξης. Γι’ αυτούς τραγούδησε. Όλα τα χρόνια της ζωής του, στα κάτω και τα πάνω της, ακόμα και τότε που είχε τον κόσμο όλο «στα πόδια του», η κοσμοθεωρία του παρέμεινε ακλόνητη.

«Τους πονεμένους συμπονώ, τον ξένο πόνο τραγουδώ,
μα με μισούνε σαν εχθρό κι έχω παράπονο πικρό…»

Την ώρα που αρνούνταν πεισματικά τη γεμάτη λεφτά βαλίτσα που του πρόσφερε επιχειρηματίας προκειμένου  να τον πείσει να επιστρέψει στη νύχτα και να τραγουδήσει στο μαγαζί του, η βασανισμένη ψυχή του Στέλιου έβρισκε την ισορροπία και τη γαλήνη που αναζητούσε στη συντροφιά των φίλων του, που ήταν τις περισσότερες φορές «ανώνυμοι» εργάτες, ναυτικοί, ψαράδες, επαγγελματίες. Στους χώρους που σύχναζαν εκείνοι, σύχναζε κι ο ίδιος. Από τα πιο αγαπημένα στέκια του ένα συνεργείο αυτοκινήτων και κάποια συνοικιακά καφενεία και ταβερνάκια.

Ο Στέλιος Καζαντζίδης γεννήθηκε στις 29 του Αυγούστου 1931 σε μια προσφυγογειτονιά της  Νέας Ιωνίας Αττικής. Ο πατέρας του, Χαράλαμπος Καζαντζίδης, καταγόταν από τον Πόντο και η μάνα του, η κυρά-Γεθσημανή (ή Χατζήδαινα) από τη Μικρά Ασία. Οι εικόνες της φασιστικής Κατοχής θα τυπωθούν ανεξίτηλα στη μνήμη και την ψυχή του. Οι σειρήνες που σήμαιναν συναγερμό, οι βόμβες που ξερνούσαν τ’ αεροπλάνα των ναζί, οι κρότοι των όπλων, η φριχτή πείνα τον χειμώνα του 1941-42, αποτελούν βιώματα του 10χρονου Στέλιου.

Ο οικοδόμος πατέρας του (ήταν χτίστης) πήρε μέρος στην Αντίσταση από τις γραμμές του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Βαριά άρρωστος, σακατεμένος από τα βασανιστήρια «εθνικοφρόνων» καθαρμάτων θα ξεψυχήσει το 1945. Το τραγικό γεγονός σημαδεύει για πάντα τον Στέλιο που αναλαμβάνει στις εφηβικές πλάτες του βάρη που δεν αρμόζουν στην τρυφερή ηλικία των δεκατεσσάρων. Ο δρόμος της ζωής στενεύει μπροστά του, ανηφορικός και δύσβατος και ο Στέλιος δεν έχει άλλη επιλογή απ΄το να τον βαδίσει, για να επιβιώσει ο ίδιος και να βοηθήσει τη μάνα του και τον αδελφό του, τον Στάθη, που στο μεταξύ έχει γεννηθεί.

«Κι αν χιονίζει και αν βρέχει
τ’ αγριολούλουδο αντέχει…»

Αρχίζει να πουλάει τσιγάρα στους φαντάρους και στους περαστικούς στο Σταθμό Λαρίσης, στα μαγαζιά και στους οίκους ανοχής πέριξ της πλατείας Ομονοίας. Τα κορίτσια των «σπιτιών» τον συμπαθούν και για να τον προφυλάξουν τον κρατούν έξω από το περιβάλλον τους. Η αγοραπωλησία γίνεται μέσω ενός μικρού καλαθιού που ανεβοκατεβαίνει με σκοινί από κάποιο ανοιχτό παράθυρο.

Αναζητώντας καλύτερο μεροκάματο ο Στέλιος γίνεται χαμάλης. Κουβαλάει βαλίτσες, μπαούλα και άλλες αποσκευές από και προς τις αφετηρίες των υπεραστικών λεωφορείων και τον Ηλεκτρικό. Για να εξοικονομήσει χρήματα από τα ακριβά εισιτήρια του λεωφορείου, ανεβαίνει στο σπίτι του στη Νέα Ιωνία μόλις μια φορά τη βδομάδα. Τα βράδια κατάκοπος ξαπλώνει και κοιμάται στις σκάρες και τα παγκάκια του υπόγειου της Ομόνοιας, βιώνοντας κάθε τόσο στο πετσί του το κυνηγητό των χωροφυλάκων, που τον ξυλοφορτώνουν πριν τον κλείσουν στο κρατητήριο.

Ακόμα γίνεται νερουλάς, γυρνώντας στη Βαρβάκειο αγορά με μια στάμνα στην πλάτη κι ένα μαστραπά και πουλώντας νερό στους διψασμένους διερχόμενους.

Τα βάσανα, οι στερήσεις, ο πόνος και η αδικία – η κοινωνική αδικία – αποτέλεσαν τα πρώτα ερεθίσματα και τα βιώματα του Στέλιου στην καθοριστική για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς του περίοδο της ζωής του. Θα σημαδέψουν, εκτός από τη ζωή του, τον τρόπο με τον οποίο στη συνέχεια θα σφραγίσει ερμηνευτικά χιλιάδες τραγούδια.

«Ας μην ξεχνάμε όλοι μας μες στη ζωή ετούτη
με τον ιδρώτα του φτωχού πως βγαίνουνε τα πλούτη…»

Ο καθημερινός αγώνας για το μεροκάματο θα οδηγήσει τον Στέλιο στις οικοδομές και στον τελευταίο – όπως θ’ αποδειχτεί  – σταθμό αυτής της επίπονης περιπλάνησης, στα εργοστάσια υφαντουργίας της Νέας Ιωνίας.

«Οικοδόμοι παλικάρια με περήφανη ψυχή,
απ’ τα χέρια σας, παλάτια, χτίζονται σ’ αυτή τη γη
κι ομορφαίνουν τη ζωή…»

Είναι η εποχή που «ξυπνά» μέσα του η αγάπη για το τραγούδι και εκδηλώνεται το ταλέντο του στον περίγυρό του. Ένας από τους πρώτους που διέκρινε και τα δυο είναι ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου «Έσπερος» στον Περισσό, όπου δούλευε τότε ο Στέλιος. Εντυπωσιασμένος του χαρίζει μια κιθάρα, «ανοίγοντάς» του το δρόμο προς την κατάκτηση της κορυφής του ελληνικού τραγουδιού.

Τα μεσημέρια μετά τη δουλειά ο Στέλιος στο σπίτι του «γρατζουνάει» την κιθάρα και τραγουδά. Ένας ερασιτέχνης μπουζουξής τον ακούει απ’ το δρόμο και του προτείνει να τον συνοδεύει στα ταβερνάκια της Νέας Ιωνίας, με αντίτιμο φαγητό κι ένα χαρτζιλίκι. Το διάστημα που ακολουθεί ο ξενύχτης Στέλιος δίνει καθημερινά μάχη με το πρωινό ξύπνημα, καθώς συνεχίζει να δουλεύει στο εργοστάσιο.

Δεν περνάει πολύς καιρός, όταν γνωρίζεται με επαγγελματίες μουσικούς και φτιάχνουν συγκρότημα που παίζει με μεγάλη επιτυχία σε γάμους, πανηγύρια και άλλες εκδηλώσεις. Ερμηνεύοντας τραγούδια λαϊκά, ελαφρά, δημοτικά, νησιώτικα, ο νεαρός τραγουδιστής αποχτά φήμη.

Το 1950-51 τραγουδάει επαγγελματικά σε μια υπόγεια ταβέρνα στην Καλογρέζα όταν τον ακούει ο σπουδαίος στιχουργός Χαράλαμπος Βασιλειάδης, περισσότερο γνωστός ως «Τσάντας».

Το 1952 εργάζεται με τον Θόδωρο Δερβενιώτη στην ταβέρνα του «Μπόκαρη» στην Κηφισιά, όταν μπαίνει στο στούντιο για να ηχογραφήσει τη σύνθεση του Απόστολου Καλδάρα «Για μπάνιο πάω». Ο δίσκος κυκλοφορεί από την «Κολούμπια», δεν πουλάει και ο Στέλιος γνωρίζει μεγάλη απογοήτευση. Για μερικούς μήνες γίνεται δέκτης της δυσμένειας της διεύθυνσης της δισκογραφικής εταιρείας και παραγκωνίζεται. Η επιμονή του μεγάλου λαϊκού δημιουργού και δεξιοτέχνη του μπουζουκιού Γιάννη Παπαϊωάννου είναι αυτή που του ανοίγει για δεύτερη φορά την πόρτα του στούντιο. Ο Στέλιος ηχογραφεί το τραγούδι «Οι βαλίτσες» του Γιάννη Παπαϊωάννου.

«Δεν το περίμενα ποτέ να φύγεις, να μ’ αφήσεις,
να πάρεις τις βαλίτσες σου να πας αλλού να ζήσεις…»

Η πολυπόθητη επιτυχία που τόσο λαχταρούσε ο Στέλιος είναι γεγονός. Οι βάσεις της συνεργασίας του με τη δισκογραφική εταιρεία αρχίζουν να «τσιμεντώνονται» με την καθοριστική συμβολή του Γιάννη Παπαϊωάννου (ουσιαστικά επέβαλλε τον Καζαντζίδη στην εταιρεία) και του Στέλιου Χρυσίνη, του τυφλού διαλεχτού κιθαρίστα και μουσικοσυνθέτη, μαέστρου της «Κολούμπια» εκείνη την περίοδο.

Το διάστημα 1953-1956 η επιτυχία του Καζαντζίδη εξαπλώνεται με γοργούς ρυθμούς, σαν τους κύκλους σε ήρεμα νερά μετά το πέταγμα πέτρας. Εμφανίζεται στο στούντιο και στα λαϊκά κέντρα έχοντας στο πλευρό του τη Ρένα Στάμου, τη Μαίρη Γρίλλη, την Καίτη Γκρέυ, με την οποία θα συνδεθούν και στην προσωπική τους ζωή και θ’ αρραβωνιαστούν για ένα διάστημα. Ηχογραφεί τραγούδια του Γιάννη Παπαϊωάννου, του Γιώργου Μητσάκη, του Γεράσιμου Κλουβάτου κ.ά.

«Σχίζονται κάμποι και βουνά, βουίζουν τα λαγκάδια.
Μια μάνα που βαθιά πονά το μοιρολόι αρχινά
τις νύχτες και τα βράδια…»

Το 1954 συναντιέται και δισκογραφικά με τον Θόδωρο Δερβενιώτη και τον στιχουργό Χρήστο Κολοκοτρώνη. Από τη συνεργασία των τριών θα γεννηθούν θαυμάσια λαϊκά τραγούδια με κοινωνικό περιεχόμενο, αριστοτεχνικά δομημένα για να ξεγελούν τη λογοκρισία, όπως: «Η πληγωμένη μου καρδιά», «Σκίζονται κάμποι και βουνά», «Με φωνάζουν ένοχο», «Καταστροφές και συμφορές», «Καθένας με τον πόνο του» και άλλα, εμπνευσμένα από τις νωπές ακόμα πληγές και τον πόνο των ηττημένων του εμφυλίου.

«Αχ, παλιοζωή με βασανίζεις άπονα
κι έχω παράπονα κι έχω παράπονα…»

Την περίοδο της συνεργασίας του με τον Δερβενιώτη ο Στέλιος υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία, κατά τη διάρκεια της οποίας βασανίζεται άγρια. Για ένα διάστημα εξορίζεται στη Μακρόνησο, όπως χιλιάδες άλλοι δημοκρατικοί φαντάροι. Οι εμπειρίες του είναι τραυματικές. Εκεί ανακαλύπτει μια άλλη μεγάλη του αγάπη, το ψάρεμα. Ο ίδιος θα πει πολλά χρόνια αργότερα: «Σε πολύ σκληρές ώρες το ψάρεμα μου γαλήνεψε την ψυχή, περισσότερο από το τραγούδι. Για πρώτη φορά ψάρεψα στο Μακρονήσι. Όταν ήμουν κρατούμενος. Κάποιες στιγμές ξέφευγα. Στράβωνα καρφίτσες και τις έκανα πρόχειρο αγκίστρι. Ένωνα δύο τρεις τρίχες από ουρά αλόγου και τις χρησιμοποιούσα για πετονιά. Έτσι άρχισα να ψαρεύω. Κι όταν έπιανα κάμποσο ψάρια, τα λυπόμουν και τα ξανάριχνα στη θάλασσα!».

Έως το 1965, και αφού έχει ήδη συνδεθεί στο τραγούδι και στη ζωή με τη Μαρινέλλα, συγκροτώντας ένα αχτύπητο νουέτο, ο Στέλιος Καζαντζίδης διανύει την πιο αειφόρα και ένδοξη περίοδο της καλλιτεχνικής του διαδρομής. Ερμηνεύει συνθέσεις σπουδαίων μουσικοσυνθετών (Β. Τσιτσάνης, Γ. Παπαϊωάννου, Θ. Δερβενιώτης, Μ. Χιώτης, Γ. Μητσάκης, Μπ. Μπακάλης, Απ. Καλδάρας κ.ά.) και στιχουργών (Ευτ. Παπαγιαννοπούλου, Κ. Βίρβος, Χρ. Κολοκοτρώνης κ.ά.) ενώ γράφει και δικά του τραγούδια.

«Ωραία ήταν η ζωή και ο καιρός περνούσε
κι ο ένας περισσότερο τον άλλον επονούσε
Και τ’ αποτέλεσμα ήταν αυτό, να καταλήξουμε στο χωρισμό…»

Θέματα που ταλανίζουν την κοινωνία όπως η φτώχεια και η μετανάστευση, κυριαρχούν σε πάρα πολλά από τα τραγούδια που ερμηνεύει ο Στέλιος. Μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του εκείνης της περιόδου αποτελούν τα τραγούδια: «Δυο πόρτες έχει η ζωή», «Η πρώτη αγάπη σου είμαι εγώ», «Η κοινωνία με κατακρίνει», «Μαντουμπάλα», «Ζιγκουάλα», «Απόψε φίλα με», «Απόκληρος της κοινωνίας», «Είσαι η ζωή μου», «Φεύγω με πίκρα στα ξένα», «Στις φάμπρικες της Γερμανίας», «Καρδιά πληγωμένη», «Τα μουτζουρωμένα χέρια», «Το ψωμί της ξενιτιάς», «Το διαβατήριο», «Όταν βραδιάζει στην ξενιτιά» και πολλά πολλά ακόμα.

«Χωρίς αγάπη χωρίς στοργή δεν ζει κανένας σε ξένη γη
γλυκιά μου αγάπη, καλή μου μάνα, δεν έχω άλλη υπομονή…»

Στα κέντρα όπου εμφανίζεται ο Στέλιος σχηματίζονται ουρές. Οι πωλήσεις των δίσκων του σπάνε τα μέχρι τότε καταγεγραμμένα ρεκόρ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τεράστια επιτυχία ενός μόνο δίσκου 45 στροφών, που κυκλοφόρησε το 1959. Στη μια όψη του έχει χαραχτεί η εξωτική «Μαντουμπάλα» (Στίχοι: Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου – Μουσική: Θόδωρος Δερβενιώτης). Στην άλλη όψη ο Στέλιος υπό τους ήχους των μπουζουκιών των Ανέστη Αθανασίου και Στέλιου Μακρυδάκη ερμηνεύει τον λαϊκό ύμνο «Δυο πόρτες έχει η ζωή» σε στίχους της μεγάλης λαϊκής ποιήτριας Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου και μουσική δική του. Ο δίσκος πουλάει εκείνη την πρώτη χρονιά 96.000 αντίτυπα, αριθμός υπερδιπλάσιος του μέχρι τότε πρώτου σε πωλήσεις  «Γαρίφαλο στ’ αυτί» των Μάνου Χατζιδάκι – Αλέκου Σακελλάριου, με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Το 1961 αποτελεί χρονιά σταθμό στην πορεία του Στέλιου και της Μαρινέλλας. Ηχογραφούν έξι τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, με τον οποίο θα ξανασυνεργαστούν στη συνέχεια: «Σαββατόβραδο» και «Έχω μια αγάπη» σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη και τα «Βράχο βράχο τον καημό μου», «Παράπονο», «Μετανάστης» και «Καημός» σε στίχους Δημήτρη Χριστοδούλου. Τα τραγούδια περιλαμβάνονται στον κύκλο «Πολιτεία Α’» και παρουσιάζονται σε συναυλίες στο θέατρο «Κεντρικόν».

«Αχ, να ’ταν η ζωή μας Σαββατόβραδο
κι ο Χάρος να ’ρχονταν μια Κυριακή το βράδυ…»

Την ίδια χρονιά το κορυφαίο ντουέτο μπαίνει στο στούντιο και ηχογραφεί  τέσσερα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι: «Το πέλαγο είναι βαθύ», «Κουρασμένο παλικάρι» και  «Αθήνα» σε στίχους Νίκου Γκάτσου και «Ο κυρ-Αντώνης» σε στίχους του συνθέτη. Ο Χατζιδάκις φέρεται να έχει πει μετά τη συνεργασία του με τον Στέλιο: «Για να γεννηθεί ένας καινούργιος Καζαντζίδης, θα πρέπει να περάσουν τουλάχιστον δύο αιώνες».

«Αχ, κυρ-Αντώνη πώς σ’ αγαπάμε και μαζί σου τ’ άστρα μετράμε,
τις φωτιές για σένα πηδάμε ώσπου να ‘ρθει βροχή…»

Το καλοκαίρι του 1962 στα πλαίσια της παράστασης «Όμορφη πόλη» σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη, με τραγούδια σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, Στέλιος Καζαντζίδης και Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδούν για μια και μοναδική φορά μαζί, στη σκηνή του θεάτρου «Παρκ», το τραγούδι «Μανούλα μου ο γιόκας σου» σε στίχους του συνθέτη.

Ιστορικές θα μείνουν οι συνεργασίες του Στέλιου Καζαντζίδη με τον Σταύρο Ξαρχάκο («Φτωχολογιά»), τον Γιάννη Μαρκόπουλο («Ποιος δρόμος είναι ανοιχτός»), τον Γιώργο Κατσαρό («Δρόμος δίχως σύνορα»), τον Χρήστο Λεοντή και τον Κώστα Βίρβο στο μνημειώδες έργο τους «Καταχνιά».

Ο χαρακτήρας του Στέλιου, οι αξίες του, η κοσμοθεωρία του που προαναφέραμε, τον οδήγησαν σε πόλεμο με το σταρ-σίστεμ που επιχειρούσαν να  επιβάλλουν οι δισκογραφικές εταιρείες την εποχή που ο ίδιος βρισκόταν από άποψη επιτυχίας και δόξας στην κορυφή του Ολύμπου. Το 1965 ανακοινώνει ότι αποσύρεται από τα κέντρα διασκέδασης και όλες τις δημόσιες εμφανίσεις. Η απόφασή του προκαλεί πάταγο στην ελληνική κοινωνία και γίνεται θέμα στα μεγάλα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία.

Ο διάσημος τραγουδιστής που διαθέτει το άγγιγμα του Μίδα, αποφασίζει να μην προδώσει τις αξίες και τα πιστεύω του προς χάριν ενός σχετικά εύκολου και γρήγορου πλουτισμού. Ο Στέλιος αρνείται να ξεπουληθεί μπροστά σε κυριολεκτικά πακτωλούς χρημάτων. Συγκρούεται οριστικά και αμετάκλητα με τα κυκλώματα που συνθέτουν εταιρείες, ιδιοκτήτες κέντρων διασκέδασης και νονοί της νύχτας, αλλάζοντας ραγδαία προς το χειρότερο το τοπίο της νυχτερινής διασκέδασης.  Ο ιδεολόγος Στέλιος δεν αποδέχεται την εκμετάλλευση των καλλιτεχνών και των άλλων εργαζομένων των κέντρων διασκέδασης, τη νοοτροπία που «βλέπει» τον πελάτη γεμάτο πορτοφόλι που πρέπει με κάθε μέσο ν’ αδειάσει, την αλόγιστη επίδειξη πλουτισμού των αναρριχώμενων αεριτζήδων και άλλων «επιτυχημένων» της εποχής του, το σπάσιμο πιάτων και άλλων αντικειμένων που εκτός των άλλων προκαλούσε συχνά ατυχήματα σε τραγουδιστές και μουσικούς. Όσο κι αν στις μέρες μας φαντάζει απίθανο, ο Στέλιος κράτησε την υπόσχεσή του και δεν επέστρεψε, πικραίνοντας όσους μάταια περίμεναν όλα τα χρόνια που ακολούθησαν να τον απολαύσουν έστω και σε μια συναυλία…

«Υπάρχω, στη χαρά σου και στη λύπη
η μορφή μου δε θα σου λείπει
κι ούτε πρόκειται ποτέ να ξεχαστώ…»

Η δεύτερη φορά που συγκρούστηκε ο Στέλιος με το κατεστημένο των εταιρειών ήταν το 1976. Ένα χρόνο μετά από τη σαρωτική επιτυχία του δίσκου «Υπάρχω», ο λαϊκός τραγουδιστής-θρύλος έρχεται σε ρήξη με την εταιρεία «Μίνος» αρνούμενος να συνεχίσει να  ηχογραφεί με τους ίδιους απαράδεκτους οικονομικούς και άλλους όρους και αποφασίζει ν’ αποχωρήσει και από τη δισκογραφία. Η εταιρεία προσπαθεί να τον εμφανίσει ως ασυνεπή, αποκρύπτοντας ότι και άλλοι γνωστοί τραγουδιστές εκείνη την εποχή διαμαρτυρήθηκαν για τους ίδιους λόγους. Άλλοι τραγουδιστές προτίμησαν αντί να συγκρουστούν να δημιουργήσουν δική τους εταιρεία (πχ η Πόλυ Πάνου) ή να μεταναστεύσουν, κυρίως στην Αμερική. Το γεγονός προκαλεί τεράστια αίσθηση και ανοίγει το δρόμο σε κάποιους που διατείνονται ότι τρέφουν φιλικά αισθήματα και αγνές προθέσεις για το Στέλιο, να καταχραστούν την εμπιστοσύνη του και ουσιαστικά να του κάνουν κακό. Το θέμα προβάλλεται από την τηλεοπτική εκπομπή «Ρεπόρτερς» των Γιάννη Δημαρά, Γιώργου Λιάνη και Κώστα Χαρδαβέλλα, στην κρατική τηλεόραση, χωρίς όμως να φωτιστεί στις πραγματικές του διαστάσεις, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σύγχυση στα εκατομμύρια φίλων του Στέλιου και να βγει χαμένο το λαϊκό τραγούδι.

Έντεκα ολόκληρα χρόνια μετά, το 1987, η δικαστική διαμάχη λύνεται και ο Στέλιος ηχογραφεί τον δίσκο «Ο δρόμος της επιστροφής».

«Γυρίζω πάλι στη ζωή, στους φίλους μου γυρίζω
σ’ αυτούς που μ’ αγαπήσανε και τον καημό μου ζήσανε
ξανά τους αντικρίζω…»

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα φίλου του Στέλιου που καταχράστηκε την εμπιστοσύνη του αποτελεί ο συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός. Το 2000 αιφνιδιάζει τον τραγουδιστή απομαγνητοφωνώντας πολύωρες χαλαρές συζητήσεις τους και κυκλοφορώντας όσα είπε ο Στέλιος σε βιβλίο, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων από τον ίδιο και άλλα θιγόμενα πρόσωπα. Ο Καζαντζίδης δέχτηκε να συνομιλήσει με τον Βασιλικό και να καταγραφούν όσα είπε, με σκοπό να αξιοποιηθούν από τον δεύτερο στη συγγραφή σεναρίου με θέμα γεγονότα από τη ζωή του πρώτου, για μια ταινία που θα σκηνοθετούσε ο Κώστας Γαβράς. Κάτι που ο Βασιλικός έγραψε στα πιο παλιά παπούτσια του… Ένα χρόνο πριν φύγει από τη ζωή, με επιβαρυμένη την υγεία του, ο Στέλιος προσέφευγε στα δικαστήρια ζητώντας την άρση της κυκλοφορίας του βιβλίου, αμφισβητώντας επιπλέον και το περιεχόμενο τμημάτων του.

«Κανείς δεν ένιωσε τον πόνο μου
μα δεν πειράζει έτσι είναι τι να γίνει
κι αν τους βοήθησα χαλάλι τους
θα τους αφήσω στο θεό για να τους κρίνει…»

Στον αντίποδα τέτοιων σχέσεων αντιπαρατίθενται οι αγνές φιλικές σχέσεις του Στέλιου Καζαντζίδη, σαν αυτές με ανθρώπους που προαναφέραμε. Από τους πιο αγνούς και αγαπημένους φίλους του υπήρξε ο αξέχαστος αγαπημένος δημοσιογράφος και ερευνητής του λαϊκού μας τραγουδιού, Πάνος Γεραμάνης. Η σχέση τους ξεκίνησε τον Ιούλη του 1963 και κράτησε μέχρι που πρώτος ο Στέλιος έκλεισε τα μάτια του, μετά από σκληρή και άνιση μάχη με τον καρκίνο, στις 14 του Σεπτέμβρη 2001. Ας σημειωθεί ότι και οι δυο έφυγαν πρόωρα από τη ζωή…

Τον Ιούλη του 1963, εκκολαπτόμενος δημοσιογράφος ο Πάνος Γεραμάνης, ως συντάκτης της αθλητικής εφημερίδας «Φως των Σπορ» παίρνει για πρώτη φορά συνέντευξη από τον Στέλιο. Θα ακολουθήσουν ακόμα 55 (!) έως το 2001. Μια «μαραθώνια» ηχογραφημένη συνέντευξη του Στέλιου στον Πάνο, παρουσιάστηκε σε δέκα εκπομπές από το Δεύτερο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, εγκαινιάζοντας τον κύκλο των θρυλικών εκπομπών του δεύτερου με τίτλο «Λαϊκοί Βάρδοι».

«Είναι αλήθεια μια φορά πως με πίκρανες αλλά,
η καρδιά μου χωράει πολλά
έχει μάθει στη ζωή όλα να τα συγχωρεί
και το τέλος να κάνει αρχή…»

Σε κάποια από τις συνεντεύξεις του στον Γεραμάνη ο Στέλιος θα πει: «Είμαι ένα άτομο που ρέπω στη μελαγχολία, στον πόνο. H πρώτη πίκρα που πήρα, η παιδική, ήταν όταν είδα να γκρεμίζεται το σπίτι ενός τσιγγάνου στην Νέα Ιωνία κοντά στο σπίτι μας. Όταν είδα το συνεργείο που ήρθε και παίρναν φόρα καμιά δεκαριά χωροφύλακες και με σύνθημα χτυπούσαν το ντουβάρι από το χαμόσπιτο και το ρίξαν σε δέκα λεπτά, μέσα μου αναρωτήθηκα, γιατί τόση αδικία;». Και σε κάποια άλλη θα εκφράσει την πίκρα του: «Ξεσκάω για λίγο όταν πηγαίνω στο σπίτι μου στον Άγιο Κωνσταντίνο (Λαμίας). Όμως δεν μπορεί ο καθένας να πηγαίνει για ξεκούραση. Και σκέφτομαι: ο φτωχός ο κόσμος πώς περνά; Αυτός ο κόσμος είναι που λάτρεψα και τραγούδησα, ο λαός, κι η κοινωνική αδικία αυτό που μίσησα. Αν μπορούσα με μια μαχαιριά θα την σκότωνα. Δυστυχώς όμως δεν είναι στο χέρι μου».

«Κράτα καρδιά, κι οι μάνες άλλο πια
να μην γεννούν φιλότιμα παιδιά
Με αγκαλιάζουνε και με φιλούν μ υποκρισία
κι όταν πονάω εγώ κανείς δεν δίνει σημασία…»

Στις αρχές του 1974 ο Στέλιος Καζαντζίδης συνεργάζεται για πρώτη και μοναδική φορά με τον σπουδαίο Άκη Πάνου, ερμηνεύοντας έξι (μόνο) υπέροχα τραγούδια. Τα «Η ζωή μου όλη», «Μίσος», «Οι μισοί καλοί», «Άντε να περάσει η μέρα», «Τα όνειρα χτίζονται», «Το θολωμένο μου μυαλό» περιλαμβάνονται στο δίσκο «Η ζωή μου όλη».

Τα έξι τραγούδια του Άκη Πάνου που ερμήνευσε ο Στέλιος:

Οι δυο άντρες δεν κρύβουν την εκτίμηση και τον σεβασμό που τρέφουν ο ένας για τον άλλο. Το «Η ζωή μου όλη» είναι το τραγούδι που ο Στέλιος αγάπησε περισσότερο από κάθε άλλο από όσα ερμήνευσε, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Όλα τ’ άλλα μαζί κάνουν το τραγούδι αυτό». Και ο Άκης Πάνου έχει δηλώσει για τον μέγιστο λαϊκό τραγουδιστή: «Όλους τους τραγουδιστές να βάλεις σε ένα καζάνι, μισό Καζαντζίδη δεν κάνουνε».

Το 1974 επίσης ο Στέλιος συνεργάζεται ξανά με τον Μίκη Θεοδωράκη στο δίσκο «Στην Ανατολή», ερμηνεύοντας σπουδαία τραγούδια όπως το «Άπονες Εξουσίες», «Βουνά σας χαιρετώ», «Και δεν μίλησε κανείς», το ομότιτλο του δίσκου και άλλα.

«Μάνα σε ξεκληρίσανε άπονες εξουσίες
ψυχή δε σου αφήσανε, μόνο φωτογραφίες…»

Κατά τη διάρκεια της πλούσιας διαδρομής του ο Στέλιος ερμήνευσε συνθέσεις των Γιάννη Παπαϊωάννου, Βασίλη Τσιτσάνη, Άκη Πάνου, Μίκη Θεοδωράκη, Απόστολου Καλδάρα, Μάνου Χατζιδάκι, Μανώλη Χιώτη, Χρήστου Λεοντή, Θόδωρου Δερβενιώτη, Μπάμπη Μπακάλη, Σταύρου Ξαρχάκου, Γιώργου Ζαμπέτα, Μάνου Λοΐζου, Γιώργου Μητσάκη, Χρήστου Νικολόπουλου, Τάκη Σούκα, Νάκη Πετρίδη, Γιάννη Παλαιολόγου,  Θανάση Πολυκανδριώτη, δικές του κ.ά., και στίχους των Χρήστου Κολοκοτρώνη, Κώστα Βίρβου, Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, Πυθαγόρα, Τάσου Λειβαδίτη, Δημήτρη Χριστοδούλου, Λευτέρη Παπαδόπουλου, Σώτιας Τσώτου, Ευάγγελου Ατραΐδη, Βάντας Κουτσοκώστα, Λευτέρη Χαψιάδη κ.α.

Από τις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής του Στέλιου υπήρξαν ο γάμος του με την Βάσω Κατσαβού – Καζαντζίδη, το 1982 και ο θάνατος της μητέρας του Γεθσημανής, το 1988.

Αξιοσημείωτες κάποιες επιχειρηματικές προσπάθειές του, με πιο χαρακτηριστικές την ίδρυση της δισκογραφικής εταιρείας “STANDARD”, και την κυκλοφορία του ούζου “Υπάρχω”, που όμως δεν ευδοκίμησαν, σε αντίθεση με όλους σχεδόν τους δίσκους του που γίνονταν χρυσοί ή πλατινένοι καταγράφοντας αλλεπάλληλα ρεκόρ πωλήσεων.

«Παιδί της νύχτας μια ζωή δε το αντέχω το πρωί
με τους κυρίους στα κασμίρια τους σφιγμένους
Εγώ τη νύχτα μόνο ζω μαζί με κείνους π’ αγαπώ
με τους παράνομους και τους αδικημένους…»

Ο Στέλιος Καζαντζίδης έγινε μύθος τραγουδώντας για τον εργαζόμενο, το φτωχό, τον απλό κόσμο. Αγαπήθηκε από εκατομμύρια ανθρώπους, τραγουδώντας αμέτρητα τραγούδια που μπορεί να μην έκφραζαν άμεσες  πολιτικές ανησυχίες και οραματισμούς, κάποια όμως ήταν ταξικά και πολλά εξέφραζαν άμεσους προβληματισμούς. Τραγούδια που γράφτηκαν από δημιουργούς χωρίς περγαμηνές στο χώρο των γραμμάτων, ανθρώπους του λαού, σαν εκείνους για τους οποίους έγραφαν τα τραγούδια τους. Τη σχέση του μ’ αυτό τον κόσμο περιγράφει ο Στέλιος προλογίζοντας το δίσκο του «Υπάρχω». Η φωνή του ακούγεται στο δίσκο να λέει ανάμεσα σε άλλα: «…Υπάρχω σαν καλλιτέχνης και σαν άνθρωπος, απ’ τον καιρό που εσείς, οι γνωστοί και άγνωστοι φίλοι μου, με αγαπήσατε και με κάνατε δικό σας. Υπάρχω, εφόσον εξακολουθείτε να πιστεύετε ότι εκφράζω τους καημούς, τα προβλήματά σας, την πίκρα της ξενιτιάς, το μόχθο του εργάτη, την εγκατάλειψη, τη μοίρα του ανθρώπου της συνοικίας. Και θα υπάρχω, όσο υπάρχουν ταπεινοί, αγνοί και τίμιοι άνθρωποι του λαού. Γιατί μόνο στην καρδιά του λαού ζω. Εκεί είναι το σπίτι μου, εκεί γεννήθηκα, εκεί θα πάψω κάποτε να υπάρχω…».

Κάποιοι, προσπαθώντας συνειδητά ή αθέλητα να μειώσουν το τεράστιο μέγεθός του, άσκησαν κριτική στον Στέλιο Καζαντζίδη για τον τρόπο που ερμηνεύει τα τραγούδια του, χρησιμοποιώντας υποτιμητικά το ρήμα «κλαψουρίζει». Την απάντηση την έχει δώσει, χωρίς ίσως με τέτοιο σκοπό, ο ίδιος ο Στέλιος, όταν μιλούσε σε μια από τις συνεντεύξεις του στον Πάνο Γεραμάνη για τον πόνο και την έννοια λαϊκός τραγουδιστής: «Είμαι λαϊκός τραγουδιστής. Το πώς μεγάλωσα, με τι αγώνες και αντιξοότητες κατάφερα να προσπεράσω την φτώχεια, την ταπεινή καταγωγή, τα κυνηγητά ένεκα πολιτικών πεποιθήσεων, είναι πράγματα γνωστά σε όλους. Βγήκα στο τραγούδι. Τα βιώματά μου τραγούδησα στην ζωή μου όλη. Αυτά που είπα στα τραγούδια μου, ήταν η ζωή μου. Δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα, ούτε υπήρχε ευτυχία γύρω μου. Και έτσι δεν ήταν μόνο η δική μου ζωή. Ήταν η ζωή χιλιάδων συνανθρώπων μου. Εγώ αυτά τραγούδησα. Τα παράπονα και τις αγωνίες του απλού κόσμου. Ένας λαϊκός τραγουδιστής πρέπει να βγάζει από μέσα του τον κοινό πόνο, για να μπορεί έτσι να απαλύνει και τον πόνο όλων αυτών που τον ακούνε». Οι δύσπιστοι ας ακούσουν προσεχτικά τις απαράμιλλης ομορφιάς ερμηνείες του στα τραγούδια του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι, του Μαρκόπουλου, του Κατσαρού, του Λεοντή. Αναμφίβολα ο Στέλιος υπηρετεί άψογα τις απαιτήσεις των συγκεκριμένων έργων, με τις ερμηνείες του τους προσθέτει δυναμική και τους δίνει επιπλέον ώθηση, σφραγίζοντάς τα και μαζί μ’ αυτά ολόκληρο το λεγόμενο έντεχνο τραγούδι.

«Άκου και μη μιλάς, η κιθάρα στενάζει απόψε,
άκου και μη μιλάς, στο τραγούδι μου νόημα δώσε,
τον καημό και τον πόνο μου νιώσε, άκου και μη μιλάς…»

Ίσως κάποτε οι ειδικοί μπορέσουν να καταγράψουν και ν’ αναλύσουν στην ολότητά του το φαινόμενο Στέλιος Καζαντζίδης, ν’ αποκωδικοποιήσουν τον μύθο του, φωτίζοντας τις συνδέσεις που τον κρατούν ακλόνητα χτισμένο – και θα τον κρατούν στο διηνεκές –, και τους μηχανισμούς εκείνους που συνεχίζουν να τον κινούν. Να συνθέσουν με χαρακτήρες της αλφαβήτου όλα όσα ο κάθε άνθρωπος που ανατριχιάζει σύγκορμος όταν ακούει τη φωνή του Στέλιου – ερωτεύεται, συγκινείται, πονάει, μοιράζεται, παίρνει ζωή από τα τραγούδια του – κουβαλάει στη συνείδηση και στην καρδιά του και διαφυλάσσει σαν πολύτιμο απόχτημα βαθιά στην ψυχή του. Πρόκειται για μια σχέση που έχει διεμβολίσει το χρόνο καταφέρνοντας του αθεράπευτες  λαβωματιές, και που αγγίζει πια και τις γενιές που δεν μεγάλωσαν ακούγοντας Καζαντζίδη.

Πηγή: www.katiousa.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ