Μεσημέρι Σαββάτου του 2001. Δεκαεννέα ολόκληρα χρόνια πριν…Οι δρόμοι της Αθήνας, ειδικά εκείνοι που οδηγούν προς την Ελευσίνα, έχουν πρωτοφανή κίνηση. Αυτοκίνητα γεμάτα κόσμο, με πινακίδες από διάφορες γωνιές της Ελλάδα, έχουν σχηματίσει ουρές χιλιομέτρων. Κανείς όμως δεν διαμαρτύρεται. Οι περισσότεροι είναι σιωπηλοί και λυπημένοι. Μια φωνή μονάχα σπάει τη σιωπή. Μια φωνή δυνατή, με ένταση και λυγμό μοναδικό που βγαίνει από τα ανοιχτά παράθυρα των μποτιλιαρισμένων αυτοκινήτων και ενώνεται μαγικά με τα τραγούδια που αντηχούν από τα μπαλκόνια των σπιτιών. Μια φωνή οικεία, ταυτισμένη με το DNA του Έλληνα, με τις χαρές και τις λύπες του, με τους έρωτες και τους χωρισμούς του, με τον πόνο της ξενιτιάς και τα βάσανα της φτώχειας. Ήταν η φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη, που είχε ξεψυχήσει την προηγούμενη μέρα στο νοσοκομείο, μετά από σκληρή, πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο, σκορπώντας ρίγη συγκίνησης στους απανταχού Έλληνες και ολοκληρώνοντας, τυπικά μόνον όχι ουσιαστικά, ένα τεράστιο κεφάλαιο στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού.

Ο αποχαιρετισμός του έμοιαζε με «αντίο» λαϊκού ήρωα, μια εμπειρία που όσοι βίωσαμε δεν είναι δυνατόν να ξεχάσουμε, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Είχαμε πει το τελευταίο «αντίο» και σε άλλες σπουδαίες και δημοφιλείς προσωπικότητες. Αυτό που συνέβη όμως, εκείνο το Σάββατο, στην Ελευσίνα, έμοιαζε με κινηματογραφική ταινία. Μια ταινία με μεγάλο πρωταγωνιστή τον λαϊκό βάρδο της Ελλάδας, τον τραγουδιστή που κατάφερε να ταυτιστεί απόλυτα με τους παλμούς της καρδιάς και το συναίσθημα αμέτρητων ανθρώπων πολλοί από τους οποίους συνέρρευσαν, με αυτοκίνητα, λεωφορεία, τρένα κι αεροπλάνα, προκειμένου να τον ευχαριστήσουν για όλα όσα τους πρόσφερε και να τού χαρίσουν, το τελευταίο, το πιο δυνατό χειροκρότημα. 

Τί κι αν είχε αποσυρθεί από την ενεργό δράση πριν πολλά χρόνια. Τί κι αν δεν εμφανιζόταν σε νυχτερινά κέντρα για δεκαετίες ολόκληρες. Εκείνο το μεσημέρι αποδείχτηκε περίτρανα πως όταν υπάρχει ψυχή και αλήθεια η φυσική παρουσία περνά σε δεύτερη μοίρα. Κι ο Καζαντζίδης είχε καταθέσει την ψυχή και την αλήθεια του μέσα από τα τραγούδια του, τις μουσικές ιστορίες που ερμήνευσε ανεπανάληπτα ταυτιζόμενος απόλυτα με το λαϊκό αίσθημα και το δίκιο του αδύνατου.

Ανέκαθεν, εξάλλου, ένιωθε πως ήταν ένας από αυτούς. Ακόμη και την εποχή που έκανε τις μεγάλες επιτυχίες του, τους δίσκους που πουλούσαν δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα και τα τραγούδια που γίνονταν σουξέ μέσα σε λίγες ώρες, όπως τα «Υπάρχω», «Η ζωή μου όλη», «Ότι αγαπάω εγώ πεθαίνει», «Δεν θα ξαναγαπήσω», «Αγριολούλουδο», «Ζιγκουάλα» κ.α. , εκείνος ένιωθε στο πετσί του τον πόνο της αδικίας. Άλλοτε εξαιτίας των δισκογραφικών εταιρείών που προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους τα ανεπανάληπτα μουσικά του κατορθώματα, άλλοτε από την ανάμνηση των σκληρών, γεμάτων φτώχεια και πόνο παιδικών του χρόνων κι άλλοτε πάλι από το φέρσιμο μιας γυναίκας που αγάπησε πολύ…Δεν την μπορούσε την αδικία δεν την άντεχε. Αδυνατούσε, από χαρακτήρα, να σιωπήσει όταν την έβρισκε στο δρόμο του, ακόμη κι όταν έβλεπε άλλους γύρω του να πέφτουν θύματά της. Και αυτή ακριβώς ήταν η ουσία της δυνατής, της διαχρονικής σχέσης τον τον έδενε με το κοινό του.

Το είχε πει άλλωστε ξεκάθαρα κι ο ίδιος «Υπάρχω σαν καλλιτέχνης και σαν άνθρωπος απ’ τον καιρό που εσείς, οι γνωστοί και άγνωστοι φίλοι μου, με αγαπήσατε και με κάνατε δικό σας. Υπάρχω εφόσον εξακολουθείτε να πιστεύετε ότι εκφράζω τους καημούς, τα προβλήματά σας,.την πίκρα της ξενιτιάς, τον μόχθο του εργάτη, την εγκατάλειψη, τη μοίρα του ανθρώπου της συνοικίας. Και θα υπάρχω όσο υπάρχουν ταπεινοί, αγνοί και τίμιοι άνθρωποι του λαού. Γιατί μόνο στην καρδιά του λαού ζω. Εκεί είναι σπίτι μου, εκεί, γεννήθηκα, εκεί θα πάψω κάποτε να υπάρχω».

Εκείνο το Σάββατο η Ελευσίνα έγινε, για μία μέρα, το επίκεντρο των απανταχού Ελλήνων. Δεκάδες χιλιάδες κόσμου τον συνόδευσαν, περπατώντας μια απόσταση 2 χλμ και τραγουδώντας τις μεγάλες επιτυχίες του, στην τελευταία του κατοικία, στο πλαϊ της αγαπημένης μάνας του, της κυρά – Γεσθημανής. Κάποιοι δεν άντεξαν τη ζέστη και την συγκίνηση και λύγισαν. Όλοι ήθελαν να του αφήσουν κάτι δικό τους. Ένα γράμμα, μια εικόνα, ένα προσωπικό τους αντικείμενο. Σε αυτή την τελευταία «παράσταση» του Καζαντζίδη το πρόγραμμα δεν τηρήθηκε. Ήταν αδύνατο να τηρηθεί. Είχε βραδιάσει και πολλοί παρέμεναν εκεί, πάνω από το χώμα που μόλις είχε σκεπάσει τον αιώνιο σύμμαχός του, τη φωνή της φωνής τους, τον αφηγητή της ιστορίας τους. Τον αποχαιρέτησαν με μια υπόσχεση: «Όσο υπάρχουμε, θα υπάρχεις»…!

πηγή: www.protothema.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ