Άρθρο για τον κυρ Νίκο από τον ιατρού της Σερίφου κύριο Αθανάσιο Κοντάρη:

Ο κυρ Νίκος, ο γαΐδης, ο καπετάνιος, ο Αρίωνας , ο Παρίσης.

87 ετών, ζεί μονάχος χρόνια, από τότε που η κυρα Κατερίνα τον άφησε. Μόνος τις γιορτές, μόνος τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, χειμώνες και καλοκαίρια, μόνος στον πρωινό καφέ, μόνος τις νυχτες.

Φιγούρα αγέρωχη, γερμένη πάντα μπρός, στιλπνή και αμίλητη. Ο κυρ Νίκος είναι ο λαθραναγνώστης του λιμανιού, τον βρίσκεις τα πρωινά στο λιμάνι, άλλοτε με σακούλα γεμάτη με τα αρχαία του εργάλεια- σφυρακι-καρφιά-, άλλοτε να βάστα την κασετίνα τσιγάρα του.

Γεμάτος ρυτίδες, με ροζιασμένα και βρώμικα χέρια, σκουρόχρωμος, φοράει με γοητεία την τραγιάσκα του. Σε κοιτάζει πάντα με σεβασμό, διακριτικός και σεμνός.

Λιτοδίαιτος, τρώει ελάχιστα, τον θυμάμαι να σπάει μεγάλα ξύλα με τα χέρια του και να τα πετά στην σκουριασμένη του ξυλόσομπα, η κατσαρόλα επάνω να σιγοβράζει, σε ένα σπίτι με μυρωδιά βοτάνων.

Σχολείο δεν πήγε, μα χρησιμοποιεί τη γλώσσα με ιδιαίτερη τέχνη. Γνωρίζει για τις ασθένειες του, περισσότερα από κάθε γιατρό, στηρίζει την τέχνη του στην παρατήρηση.

Δεν είναι λίγες οι φορές που με φίλεψε καλούδια. Έτσι σκέφτηκα και εγώ, μέρες του Πάσχα να του πάω πασχαλινά-μόνος είναι σκέφτηκα, κανείς δεν τον νοιάζεται, λογίστηκα ο βλάκας-.
Πήγα σπίτι, με καλοδέχτηκε. Το τραπέζι πάνω, γεμάτο με τσουρέκια, αυγά, κουλούρια, μαγειρίτσα
κτλ, φαίνεται πέρασε όλο το νησί από τον κυρ Νίκο.

Πολυταξιδεμένος ως καπετάνιος, πολλά απογεύματα, που καθόμαστε στο λιμανίσιο καφενέ, μου περιγράφει τις ιστορίες του. Τον κοιτώ στα μάτια και ας έχω ακούσει τις ιστορίες πολλές φορές, παρατηρώ ομως πως κάθε φορά χαμογελούν μέχρι και οι ρυτίδες του!

Σχέση πατέρα-γιου, καπετάνιου-μούτσου , γιατρού-ασθενή, δασκάλου-μαθητή, σχέση φίλου , σχέση πολύχρονη. Ο αυστηρότερος κριτής μου για οτιδήποτε.

Τις ημέρες αυτές ήρθε να με βοηθήσει να ξαναζωντανέψω τη μικρή μου βάρκα.

Όταν του είπα διορθώσεις-αλλαγές που θέλω να κάμουμε, μου απαντά με μειδίαμα στα χείλη :

«Σαν τις γραίες που φορούν φανταχτερά χρυσαφένια σκουλαρίκια, αλυσίδες και βραχίολια και από μέσα έτοιμες για φυγή, θα την εκάνεις!»

«Και τι θές να κάμω γέρο μου», του ανταπαντώ, «να την σπάσω και να την κάψω;» σοβαρά και κάπως ενοχλημένος.

«Όχι ρε, να την αφήσεις να ζήσει, άστην να λάμπει, το αξίζει!» χτυπώντας τον ώμο μου με το χέρι του.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ καπετάνιε!

ΥΣ: Γιορτή της μητέρας σήμερα. Χρόνια πολλά στις μητέρες αλλά και στους πατέρες που τις αντικατέστησαν, όταν αυτές έφυγαν.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ