ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
 
Ο Λευτέρης ο Ποδότας, γνωστός και ως ο Λευτέρης του Σίμου, πιάνει
από την αρχή  το μίτο μιας μεγάλης
οικογενειακής  ιστορίας.
Ο ίδιος γεννήθηκε το 1948 και έζησε για τα καλά και την
παλιά Σίφνο και την καινούρια Σίφνο. Οι πρώτες μνήμες του έχουν να κάνουν με καΐκια,
με βαπόρια, με μουλάρια, με φορτηγά Δημοσίας Χρήσης, με μεταφορά εμπορευμάτων.
Τη μισή του ζωή την πέρασε στις Καμάρες και την άλλη μισή
στα Ξάμπελα και την Καταβατή.
Καΐκια, βαπόρια, φορτηγά, εμπορεύματα, ψυγεία, τρόφιμα,
παγωτά, ασβέστες, τσιμέντα,  τιμολόγια,
τράπεζες, αγωνίες …..
Ίσως η λέξη που ταιριάζει πιο καλά για όλα αυτά να είναι η λέξη αγωνία, όπως θα φανεί εύγλωττα παρακάτω ….
Η ιστορία της οικογενειακής επιχείρησης των Ποδότα θα
μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί μελέτη-περίπτωσης (case study) για μια οικογενειακή επιχείρηση
εμπορίου.
Τέσσερις γενιές ανθρώπων φτιάχνουν μια μοναδική ιστορία.
Μια όμορφη ιστορία που συνεχίζεται αδιάκοπα μέχρι σήμερα.
Τέσσερις γενιές
 
Τέσσερις γενιές ανθρώπων ….
Ο Σίμος ο Ποδότας, με άξιο συμπαραστάτη το Κατέ, είναι η αρχή.
Το
μεγάλο μυαλό της επιχείρησης.
Ένας άνθρωπος πραγματικά τετραπέρατος.
Ο Λευτέρης είναι ο άνθρωπος που δουλεύει αγόγγυστα από το
πρωΐ μέχρι το βράδυ για να στεριώσει τη δουλειά.
Ένας άνθρωπος που αγαπά τη δουλειά που στήνει με τον πατέρα
του.
 
Η Μαρία, η γυναίκα του, θα τον βοηθήσει πολύ σε καθημερινή
βάση όλα αυτά τα χρόνια.
Και οι δύο κόρες, η Χρυσούλα και η Κατερίνα, θα παραλάβουν
την επιχείρηση για να την απογειώσουν ακόμα περισσότερο έχοντας δίπλα τους ως
άξιους συνεργάτες τους ίδιους τους συντρόφους.
Μια οικογένεια ενωμένη μεγαλουργεί ….  
Ο ίδιος μας λέει:
«Τα παιδιά συνεχίζουν ακόμα καλύτερα την επιχείρηση  και την επεκτείνουν.
 Για τα παιδιά μου,
για τα κορίτσια μου τι να πω και τι να μην πω ….
Ενώ ήταν πολύ καλές στα γράμματα προτίμησαν να μείνουν στον
τόπο μας και να αναλάβουν την επιχείρηση από πολύ νωρίς.
Είναι και αυτές τυχερές γιατί και οι σύντροφοί τους έχουν
τον ίδιο ζήλο για την επιχείρηση».
 
Ο Λευτέρης είναι εδώ και λίγο καιρό συνταξιούχος.
 
Τα παλιά καΐκια
 
Ο Λευτέρης θυμάται τα παλιά καΐκια που έκαναν τις μεταφορές
των προϊόντων από τον Πειραιά, την Αθήνα και τα άλλα νησιά.
Τα καΐκια αυτά επιβίωσαν οριακά μέχρι τις αρχές της
δεκαετίας του ’80 και έπειτα παραχώρησαν τη θέση τους στα
επιβατηγά/οχηματαγωγά.
Ο Λευτέρης θυμάται ποιοι  ήταν αυτοί που τα είχαν και πώς λέγονταν τα
καΐκια, πώς γινόταν η μεταφορά των προϊόντων:
«Ήμουν πολύ μικρός. Υπήρχε ένα καΐκι τρικάταρτο, αν θυμάμαι
καλά.
Ήταν του Νικόλαου Χρύσου (Μπελενιού), σιφνέϊκο καΐκι που
έκανε μεταφορές.
Στη συνέχεια δύο ήταν τα σιφνέϊκα καΐκια που έκαναν για
χρόνια τις μεταφορές αυτές.
Το ένα το είχαν ο Γεώργιος και ο Αντώνιος Σπίθας (είχαν το
παρατσούκλι «Πουλί»). Αρχικά είχαν  ένα
μικρό καΐκι  που δεν θυμάμαι το όνομά του
και στη συνέχεια ένα μεγάλο καΐκι με το όνομα «Φλώρα» (πρέπει να ήταν 60-70
τόνοι).
Το άλλο καΐκι ήταν του Σταμάτη του Γεωργούλη, κοινώς
Λινάρδου.
Το πρώτο καΐκι του είχε το όνομα «Απόστολος-Ανδρέας»
Το δεύτερο καΐκι που πήρε ήταν το  «Ταξιάρχης-Πανορμίτης».
 
Το νησί εξυπηρετείτο ακόμα  και με τα σερφιώτικα καΐκια των Θεοφίλη,
Λιβάνιου, Μαρίνου και Γαλανού.
Και με το καΐκι από την Κύθνο, κάποιου Ντίνου, ο οποίος το
δούλευε μαζί με τα παιδιά του.
 
Τα θυμάμαι πολύ καλά τα καΐκια αυτά τις δεκαετίες του ’50,
του ‘60 και του ’70.
Καΐκια έρχονταν και από άλλα μέρη τα οποία μετέφεραν τούβλα ,τσιμέντα,
ασβέστη,  τρόφιμα και άλλα τρόφιμα.
 
Οι συνθήκες ήταν πρωτόγονες.
Όλα τα ξεφορτώναμε με τα χέρια, στην πλάτη και  τον ώμο.
Ακουμπούσαμε το τσουβάλι στο αμπάρι και γινόταν σκαλοπάτι
για να το σηκώσουμε πιο εύκολα.
Για να ξεφορτωθεί το καΐκι ήθελε δυο –τρεις μέρες.
Μετά άρχισαν να χρησιμοποιούν βίντσια και να ανεβάζουν
δύο-τρία τσουβάλια μαζί.
 
Τα καΐκια ξεφόρτωναν στις Καμάρες.
Όταν χάλαγε ο καιρός, έφευγαν και πήγαιναν σε άλλα λιμάνια για
να προφυλαχθούν, αλλά μετά γύριζαν ξανά στις Καμάρες για να ξεφορτώσουν.
 
Υπήρχαν τότε δύο φορτηγά Δημοσίας Χρήσης.
Ήταν του Δεπάστα και του Καρεκλά.
Ο  Γιάννης ο Καρεκλάς  πρέπει να ήταν αυτός που έφερε το πρώτο
φορτηγό στη Σίφνο. Ο Γιάννης είχε και λατομείο στου Φιδωπού και στη συνέχεια δούλεψε και σαν ταχυδρόμος.
Στην αρχή, πριν από τα φορτηγά, τα πηγαίναμε τα
εμπορεύματα  με τα μουλάρια.
Αυτό το θυμάμαι πολύ αδρά, καλά-καλά το θυμάμαι δεν το
θυμάμαι»
Τα παλιά βαπόρια
 
«Τα παλιά βαπόρια που θυμούμαι:
Το «Μοσχάνθη», το «Ιόνιον»  το παλιό  και το «Λήμνος» των αδελφών Τυπάλδου , το «‘Ελενα»
κα το «Μαριλένα» του Λάζαρου Λαγά,  το «Κάλυμνος»,
το «Οία», το «Κανάρης», το «Μιαούλης» ,
το « Καραϊσκάκης».
 
 
Δεν θα ξεχάσω φυσικά το μικρό ferry boat το
«Κατερίνα».
Και το «Μαριώ» που έκανε ενδοκυκλαδικά δρομολόγια και μας
σύνδεε με τη Σύρα και τα άλλα νησιά.
 
Το «Ευαγγελίστρια», το «Άγιος Γεώργιος»,  το «Ιόνιον» των Σταθάκη-Μανούσου, το πολύ
γρήγορο «Αλκυών», το “Κυκλάδες”, το «Κίμωλος» και  το
«Γεώργιος Εξπρές» του Κωνσταντίνου Βεντούρη, το «Μήλος Εξπρές» των Σταθάκη-Μανούσου,
το «Σίφνος Εξπρές» (το επονομαζόμενο «Ζολώτας») του Ευάγγελου Βεντούρη.
 
 
 
 
Οδηγοί στα φορτηγά μας
 
«Στο φορτηγό μας δούλεψε, αρχικά,  ως οδηγός ο Δημήτρης ο Γαϊτάνος (το Δημί της Βασιλικής).
Ήταν ένα πράσινο φορτηγό μάρκας MERCEDES.
Μετά το Δημί δούλεψε ο Νίκος ο Συνοδινός από τα Ξάμπελα.

Μετά πήρα τρία τριαξονικά φορτηγά.
Ο γαμπρός μου, ο Γιάννης ο Μπενάκης, έκανε για πολλά χρόνια τα
δρομολόγια στην Αθήνα. Μέχρι και πριν από δυο-τρία χρόνια πήγαινε συνέχεια δρομολόγια Πειραιάς-Σίφνος-Πειραιάς. Το ένα φορτηγό πήγαινε,τοάλλο ερχόταν.
Ο ίδιος δεν πήγαινα στην Αθήνα.
Εγώ έκανα  μέρα-νύχτα
δρομολόγια στη Σίφνο με εκείνο το HANOMAG».
 
Φορτηγά Δημοσίας Χρήσης
 
«Φορτηγά Δημοσίας Χρήσης είχαν τότε:
Ο Μιχάλης ο Δεπάστας, ο Γεροντόπουλος, ο κυρ- Αντώνης ο Μάμιδας,
ο Μιχάλης ο Θεολόγος, ο Κασαγιώνης (ο Γιώργης ο Καλογήρου) και ο Γιάννης ο Καρεκλάς
.
Εμείς χρησιμοποιούσαμε αυτά τα φορτηγά Δημοσίας Χρήσης, αλλά
ναύλωνα και φορτηγά από την Αθήνα και μου έφερναν τα πράγματα.
 
Ναύλωνα ακόμα και φορτηγά-ψυγεία.
Οι δικοί μας δεν είχαν στην αρχή φορτηγά-ψυγεία.
Στην αρχή είχα φέρει ένα φορτηγό ψυγείο για δύο τρία χρόνια.
Ήταν του Σαραγά.
Ο Σαραγάς έκανε τρία-τέσσερα δρομολόγια την εβδομάδα.
Στη συνέχεια τα προϊόντα αυτά μου τα έφερναν αποκλειστικά οι
δικοί μας, όταν πήραν και αυτοί ψυγεία».
 
Οι συνθήκες
 
«Οι συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες που κυριολεκτικά δεν περιγράφονται.
Όταν ερχόταν το φορτηγό έπρεπε να ξεφορτωθεί αμέσως όλη η
νταλίκα και να κατέβει στις Καμάρες για να πάρει σειρά για να φύγει ξανά με το καράβι.
Μπορούσε να ήταν δέκα φορτηγά και το βαπόρι να πάρει μόνο τα
πέντε και τα υπόλοιπα να μείνουν στο μώλο.
Το ίδιο γινόταν και στον Πειραιά.
Τα μεγάλα προβλήματα τα είχαμε το Πάσχα και την καλοκαιρινή
περίοδο.
 
Φανταστείτε το γινόταν με τα ευπαθή προϊόντα.
Γάλατα, φρούτα, τυριά, αλλαντικά.
Το φορτηγό με τα ευπαθή προϊόντα πήγαινε και περίμενε στον Πειραιά.
Αν δεν το έπαιρνε το καράβι μπορούσε να μείνει στο μώλο
ακόμα και τρεις ημέρες.
Όταν με τα πολλά το φορτηγό έφτανε στη Σίφνο πολλά από τα πράγματα
που μετέφερε τα πετούσαμε αμέσως  στα
σκουπίδια.
Αναγκαζόμαστε κάποιες φορές να πηγαίνουμε τα φορτηγά μέσω Σύρου
ή Πάρου.
Ναυλώναμε παντόφλα για να φέρει τα φορτηγά.
Για να έρθουν τα προϊόντα στη Σίφνο περνούσαμε του Χριστού
τα Πάθη.
Αυτή αγωνία δεν ξεπερνιέται με τίποτα.
Από τη μία να βλέπεις το μαγαζί άδειο και να περιμένεις το
φορτηγό και από την άλλη να πετάς τα πράγματα όταν τελικά ερχόταν.
Όλο αγωνία ήταν.
 
 
 
Πότε ομαλοποιείται αυτή η κατάσταση;
 
Η κατάσταση αρχίζει κάπως να ομαλοποιείται όταν σιγά-σιγά ήρθε
το «Μήλος Εξπρές». Αυτό ήταν μεγάλο βαπόρι και μας εξυπηρέτησε πολύ καλά.
Αλλά και με το «Μήλος Εξπρές» το καλοκαίρι έμεναν απέξω τα
φορτηγά.
 
 
Τα πλοία προτιμούσαν να πάρουν τα ΙΧ και να μείνουν έξω τα
φορτηγά ακόμα και με ευπαθή προϊόντα.
Άμα θέλανε οι εφοπλιστές το πρόβλημα λυνόταν, αλλά δεν
πολυθέλανε .
Δίναμε πολλά χρήματα στα καράβια για την μεταφορά των φορτηγών.
Και τα χρήματα αυτά τα δίναμε και τα δίνουμε χειμώνα-καλοκαίρι.
Το τι λεφτά είχα δώσει για αυτά τα φορτηγά ….
Ήταν μεγάλη αδικία να μας αφήνουν απέξω»..
 
Από το «Ιόνιον» στον «Σολωμό»
 
«Από τους παλιούς πλοιάρχους  θυμάμαι τον καπετάν-Γιώργη το Σιγάλα.
Αλλά εγώ δεν πολυταξίδευα για να ξέρω τους καπετάνιους.
Στην ερώτηση αν είχαμε  προτίμηση σε κάποιο καράβι η απάντηση είναι
απλή
Προτιμούσαμε όποιο βαπόρι μας έπαιρνε.
Ο «Αδαμάντιος Κοραής» έχει εξυπηρετήσει πολύ καλά όλα αυτά
τα χρόνια.
Αλλά τους καλοκαιρινούς μήνες και με τον «Κοραή» υπήρχε  πρόβλημα με τα φορτηγά κάποιες φορές.
 
 
 Και ο «Ανδρέας Κάλβος»
βοήθησε πολύ τα δύο καλοκαίρια που δρομολογήθηκε.
Με τον «Διονύσιο Σολωμό» τα προβλήματα ομαλοποιήθηκαν κατά
πολύ.
Ο «Σολωμός» ήταν μεγάλη δουλειά για τα νησιά μας.
Μας εξυπηρέτησε πολύ καλά”.
 
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Advertisements

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ