Συνεχίζοντας τα αφιερώματα μας σε ανθρώπους της Σίφνου ας δούμε τι μας είχε πεί το Σεπτέμβριο του 2017 ο Λευτέρης ο Ποδότας και με την ευκαιρία να του ευχηθούμε χρόνια του πολλά με υγεία και να χαίρεται την εγγονή του την Ελευθερία,αλλά και χρόνια πολλά σε όλες τις Ελευθερίες και τους Λευτέρηδες.

Ο Λευτέρης ο Ποδότας

του Σίμου


Πρώτο Μέρος

Η σημερινή Σίφνος είναι ένα πανέμορφο νησί που βασίζει, κατά κύριο λόγο, την οικονομία της στον Τουρισμό.
Πριν από σαράντα-πέντε χρόνια τα πράγματα ήταν αρκετά διαφορετικά.
Ο τουρισμός εκείνη την εποχή έκανε τα πρώτα του δειλά βήματα στο νησί.
Τα καράβια ήταν τα παλιά κλασικά αργοκίνητα ποστάλια, «Κάλυμνος», «Κανάρης», «Μιαούλης», «Μυρτιδιώτισσα», «Μαριλένα»
Δεν υπήρχε μόλος για να πλευρίζουν τα πλοία που παρέμεναν αρόδου και οι λάντζες και οι βάρκες αναλάμβαναν τη μεταφορά επιβατών από το καράβι στο μόλο.
Και τα εμπορεύματα μεταφέρονταν στο νησί με τα καΐκια.
Και για να έρθει ένα αυτοκίνητο στη Σίφνο έπρεπε να στηθεί ολόκληρη επιχείρηση.
Κάποιοι πάντα 
βλέπουν πιο μπροστά
Αυτήν την εποχή, στα τέλη της δεκαετίας του ’60 με αρχές της δεκαετίας του ’70, κάποιοι άνθρωποι στο νησί βλέπουν πιο μακριά.
Και αποφασίζουν να επενδύσουν στο μέλλον.
Ανάμεσα τους είναι και ένας άνθρωπος, πραγματικά γεννημένος έμπορος, ο Σίμος ο Ποδότας, με τον γιο του, το Λευτέρη τον Ποδότα.
Ο Σίμος είχε την ταβέρνα στις Καμάρες που θα την αναλάβει με τον καιρό ο Νικολός.
Έτσι ο Σίμος και ο Λευτέρης θα ξεκινήσουν την ενασχόλησή τους με το Γενικό Εμπόριο. 
 
Ο Λευτέρης ο Ποδότας
Τρεις γενιές Ποδότα
Τρεις γενιές Ποδότα στο εμπόριο, Σίμος – Λευτέρης – Χρυσούλα και Κατερίνα.
Μια πολύ μεγάλη ιστορία …
Ο Λευτέρης  ο Ποδότας μας διηγείται κάποια κομμάτια αυτής της ιστορίας.
 
 
Ο παππούς
“Ο παππούς ασχολιόταν με κεραμικά, είχε αγγειοπλαστείο.
Και είχε τάση προς το εμπόριο, καθώς η δουλειά του είχε άμεση σχέση με πωλήσεις.
Και αποδείχθηκε στην πράξη ότι ο παππούς μας είχε ταλέντο στις εμπορικές συναλλαγές.
Έρχονταν έμποροι στο νησί, έκανε μαζί τους διαπραγματεύσεις. Είχε πάρε-δώσε με εμπόρους και διέθετε το εμπορικό δαιμόνιο, το οποίο φαίνεται πως είναι κληρονομικό…”
Η αρχή
Ο Λευτέρης θυμάται:
«Ξεκινήσαμε μαζί με τον πατέρα μου στις Καμάρες.
Δουλέψαμε μέρα και νύχτα με πολύ μεράκι, αλλά κάτω από πρωτόγονες συνθήκες.
Πάρα πολλή χειρωνακτική δουλειά. Χρησιμοποιούσαμε και τα χέρια μας και το μυαλό μας. 
Δεν υπήρχαν τότε ούτε κατά διάνοια οι σημερινές ευκολίες, όπως κλαρκ και υπολογιστές.
Όλα τα προϊόντα ξεφορτώνονταν με τα χέρια
Ακόμα και τα τούβλα
Όλη η δουλειά γινόταν με τα χέρια.
Στην πορεία κάναμε την πρώτη αποθήκη στη Χωριό και μετά και δεύτερη αποθήκη στο Χωριό.
Και μετά κάναμε τη μεγάλη αποθήκη στα Εξάμπελα που με τον καιρό έγινε το Super Market «ΑΡΑΔΕΣ».
Λίγο- λίγο κάναμε τα πάντα».
 
Εδώ με το πρώτο φορτηγό, το Hanomak. 
Το έφερε με καικι και έκανε μια μέρα ολόκληρη 
να το βγάλει έξω με μαδέρια
 
 
Γενικό Εμπόριο
«Ξεκινήσαμε, λοιπόν, με το Γενικό Εμπόριο.
Τα πάντα ….
Από ξυλεία μέχρι τούβλα.
Σίδερα, ασβέστη, τούβλα από τη Χαλκίδα, τσιμέντα από τη Χαλκίδα, αναψυκτικά, αλεύρια. 
Είχαμε με τη FIX τότε συνεργασία.
Τριακόσιοι τόνοι τσιμέντο έβγαιναν με τα χέρια.
Στην αρχή έβγαιναν όλα ένα –ένα με τον ώμο από τα καΐκια στο μόλο.
Μετά βγήκαν τα βίτσια και μετά οι γερανοί και η εκφόρτωση διευκολύνθηκε.
Η ξυλεία από το Βόλο
Μία φορά είχαμε χάσει τα ίχνη του πατέρα μας.
Πρέπει να ήταν αρχές της δεκαετίας του ’70. 
Ο Σίμος είχε φύγει να πάει στην Αθήνα και τον είχαμε στο μεταξύ χάσει.
Κάποια στιγμή μας παίρνει με τα πολλά στο τηλέφωνο και μας λέει «Αύριο θα έρθει ένα καΐκι γεμάτο ξύλα».
Είχε πάει στο Βόλο όπου φόρτωσε ένα καΐκι με ξύλα που τα έλεγαν τράβες.
Αυτά τα ξύλα τα έβαζαν στις ταράτσες για δοκάρια.
‘Ηταν απίστευτο πόσες χιλιάδες κομμάτια είχε φέρει.
Δεν βρίσκαμε τόπο πού να τα βάλουμε στη Σίφνο.
Τέσσερις-πέντε μέρες ξεφορτώνανε.
Όλα με τον ώμο.
Και μετά με ένα φορτηγάκι τα πηγαίναμε στο Χωριό.
Δεν βρίσκαμε μέρος πού να τα βάλουμε».
 
Η νταλίκα με τα αναψυκτικά
«Ο Σίμος είχε φύγει και είχε πάει στην Αθήνα.
Τότε στη Σίφνο ερχόταν το «Κατερίνα».
Το καραβάκι αυτό ήταν πολύ μικρό και δεν χωρούσε πολλά φορτηγά. 
Ήταν λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’70.
Το”Κατερίνα” στις Καμάρες
Ο πατέρας μου κανόνισε να έρθει μια νταλίκα γεμάτη αναψυκτικά.

Ήταν τόσο μεγάλη νταλίκα που με το ζόρι χωρούσε στο καράβι.
Για αυτό και στο καράβι την έβαλαν τη νταλίκα καταμεσής στο γκαράζ.
Αν την έβαζαν στη μπάντα μπορεί και να έπαιρνε κλίση το καράβι.
Το «Κατερίνα» πρέπει τότε να έφερε μόνο αυτή τη νταλίκα στη Σίφνο.
Ήρθε, λοιπόν, η νταλίκα στις Καμάρες. 
Ήταν πρωτόγνωρο.
Δεν είχε ξανάρθει ποτέ τόσο μεγάλο φορτηγό στο νησί.
Πόσες χιλιάδες κιβώτια είχε μέσα δεν το χωρούσε ο νους μου .
Και φθάνει στο Σταυρί.
Και πάει και σφηνώνει η νταλίκα.
Δεν χωρούσε να περάσει … 
Το μπροστινό της μέρος ήταν στου Νικά το μαγαζί με τις τυρόπιτες, κοντά στη σημερινή Τράπεζα Πειραιώς.
Και το πίσω μέρος του φορτηγού βρισκόταν εκεί που βρίσκεται σήμερα το «ΑΡΟΔΟΥ».
Είχε κλείσει η κυκλοφορία για μερικές ώρες.
Και τα λεωφορεία δεν μπορούσαν να περάσουν.
Το ένα λεωφορείο έπαιρνε τους επιβάτες από το Ίδρυμα Πρόκου και το άλλο τους άφηνε στην Απολλωνία, πριν το Ηρώον.
Με τα πολλά δέησε και πέρασε η νταλίκα….
Αναγκαστήκανε τότε να χαλάσουνε λίγο τον ΗΡΩΟΝ ώστε να μπορούν να περνούν τα αυτοκίνητα και να μην σφηνώνουν.
 
Στις ΑΡΑΔΕΣ
Στη δεκαετία του ’90 αγοράσαμε το οικόπεδο στις Αράδες, όπου κάναμε τη δεύτερη μεγάλη αποθήκη.
Τότε προνόησα και παραχώρησα στο Δήμο εβδομήντα τετραγωνικά μέτρα, ώστε να ανοίξει ο δρόμος προς το Βαθύ.

Τότε φυσικά δεν μπορούσα να ξέρω ότι σε λίγα χρόνια θα έρχονταν τόσα πολλά και τόσο μεγάλα αυτοκίνητα στη Σίφνο.

 

Αν δεν το είχαμε κάνει αυτό, η πρόσβαση προς το δρόμο του Βαθιού θα ήταν δύσκολη.

Και θα δυσκολεύονταν πολύ τα φορτηγά που έρχονταν από τον Περιφερειακό.

Αυτό έγινε στα μέσα της δεκαετίας του ’90 επί δημαρχίας του Γιάννη του Γεροντή.

 

Συνεχίζεται…

 

 

 

Advertisements

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ