ΤΟ ΣΜΑΡΙ
Το σμάρι είναι το σύνολο των μελισσών, που ακολουθεί την βασίλισσα του, προς αναζήτηση νέας κατοικίας, νέας κυψέλης. Το «ΣΜΑΡΙ» στην Σίφνο, είναι ο δραστήριος σύλλογος γυναικών, ο ποιος έχει πλούσια πολιτισμική δράση και πλούσια προσφορά στην μικρή, τοπική κοινωνία. Διοργανώνει πολλές αξιόλογες δράσεις, μεταξύ των άλλων και πεζοπορίες, στα θαυμάσια και μοναδικά μονοπάτια του νησιού. Μονοπάτια, που άλλοτε περισσότερο και τώρα λιγότερο, εξυπηρετούσαν την διακίνηση ανθρώπων, υποζυγίων και αγαθών. Σήμερα και με την πολλαπλή βοήθεια του «ΣΜΑΡΙΟΥ», τα μονοπάτια ξεκλαδίζονται, καθαρίζονται και νοικοκυρεύονται, προς χάριν αυτών που τους αρέσει η πεζοπορία μέσα στην φύση και η επίσκεψη σε δύσβατους τόπους, εκεί που ακόμα δεν έχει προσεγγίσει το αυτοκίνητο. Το πρόγραμμμα του συλλόγου για σήμερα, είχε πεζοπορία στην διαδρομή από την Απολλωνία προς το Κάστρο, το παλιό Άστυ των αρχαίων χρόνων και ακολουθώντας από ψηλά τα Ανατολικά παράλια του νησιού, κατάληξη στο γραφικό ψαροχώρι, τον Φάρο. Η συνάντηση είχε οριστεί για τις 09:00 το πρωί. Στις 08:57 ήμουν εκεί. Ήδη είχαν φθάσει οι πρώτες κυρίες του συλλόγου και μαζί τους, μία αλλοδαπή κυρία. Μέχρι τις 09:10, είχε συμπληρωθεί η περιπατητική ομάδα. Ομάδα την οποία αποτελούσαν 14 άτομα. Μετά τα σχετικά Σιφναίικα πειράγματα, ξεκινήσαμε. Αφήνοντας να πραγματοποιηθεί το αγγλικό «ladies first», ακολούθησα τελευταίος στην σειρά… Καθώς συνειδητοποιούσα, ότι ήμουν ο μόνος άνδρας, ήρθε κι άλλος ένας ο Χρήστος κι έτσι, συνήλθα, γιατί είχα αρχίσει να αισθάνομαι κάπως άβολα. Όχι σαν ένας άνδρας ανάμεσα σε πολλές γυναίκες, τι πιο ευχάριστο; αλλά ως ένας κηφήνας, μέσα σε ένα σμάρι. Περάσαμε κάτω από το γιοφύρι στου Γεροντόπουλου, για να πιάσουμε τον παλιό δρόμο που οδηγεί από την Απολλωνία, στο Κάτω Πετάλι και στην συνέχεια στο Κάστρο. Βαδίζαμε με ωραίο βηματισμό, στα προσεγμένα μονοπάτια της διαδρομής. Περάσαμε από το νότιο δρόμο του Κάτω πεταλιού, δίπλα από την ρεματιά, βγήκαμε για λίγο στην άσφαλτο, που είχε καλύψει το παλιό μονοπάτι κι από ´κει κατευθυνθήκαμε προς το Κάστρο. Ο δρόμος κατηφορικός κι έτσι, μας πάει από μόνος του. Περάσαμε απέναντι από τις δίδυμες εκκλησιές που φιλοξενούν το κοιμητήριο του χωριού, δίπλα από τους παλιούς ανεμόμυλους και κατευθυνθήκαμε προς την Σεράλια, το μικρό λιμανάκι του Κάστρου, με τις ξακουστές ψαροταβέρνες του. Ψηλά στον ουρανό, δυο κοράκια τά ´χουν βάλει μ´ ένα γεράκι καθώς εκείνο τα περιπαίζει με τ´ ακροβατικά του και μια βουτάει προς την γη και μια χάνεται προς τα ύψη του ουρανού. Αλλά ας αφήσουμε τα πετεινά του ουρανού στις πτήσεις τους κι ας συγκεντρωθούμε στην πεζοπορία μας, διότι ήδη φθάσαμε στον ποταμό, που ναι τι θαύμα κι αυτό!!! Κατεβάζει νερό. Μετά τις τελευταίες πολύχρονες ανομβρίες και τις φετεινές, βροχοπτώσεις, μοιάζει σαν θαύμα που επιτέλους βλέπουμε το αυτονόητο, νερό στον ποταμό δηλαδή. Στο βάθος, μέσα στον καλαμιώνα, ανέμελα τα βατράχια κοάζουν, διαλαλώντας τους έρωτες τους. Άνοιξη γαρ…και για τα βατράχια. Αφού πατήσαμε σε πέτρες που ήταν τοποθετημένες επιδέξια μέσα στα νερά του ποταμού, περάσαμε απέναντι στο μονοπάτι, με την κοφτή ανηφόρα. Ας μην σηκώσω τα μάτια μου να δω, για να μην μου κοπούν τα γόνατα, σκέφτηκα και προχώρησα με αυτοπεποίθηση νεαρού ελαφιού και βήμα γέρου τράγου. Καθώς ανεβαίναμε, όλο και φούσκωναν τα στήθια από την ανάγκη για αέρα κι όλο κτυπούσε πιο έντονα η καρδιά, να βοηθήσει το κορμί των 63 χρόνων. Ξεφυσούσα αγκομαχώντας, σαν τραίνο του παλιού καιρού, σε απότομη ανηφόρα. Αμάν, σκέφτηκα….για φαντάσου να πέσω τάβλα στον δρόμο και να αναγκαστούν οι «μέλισσες» από το «σμάρι» να σύρουν τον «κηφήνα» προς την σωτηρία! Αλλόκοτο θέαμα…. Προς στιγμή, άρχισε να κλονίζεται η επιθυμία μου για πεζοπορίες κι άρχισα να κοιτώ ως ελκυστική την κατηφόρα και το φευγιό, κοινώς κοπάνα. Κοπάνα….με κάποια επιτήδεια σιφναίικη πρόφαση βεβαίως… Πάνω στην ώρα και καθώς η γλώσσα μου κόντευε να γίνει σαν σκύλου μέσα στο καμίνι του Αυγούστου κι ενώ έλεγα από μέσα μου….τετέλεσται, νάσου το πρώτο εκκλησάκι σ´ αυτήν την πλευρά της διαδρομής. Η πίστη σέσωκε σε σκέφτηκα και σταυροκοπήθηκα μπροστά στο εκκλησάκι σαν εκείνους τους δεσποτάδες που κάνουν ουρανομήκεις σταυρούς, μην και υπάρξει χριστιανός και δεν διαπιστώση την πίστη τους. Έκατσα ή μάλλον σωριάστηκα στο πεζουλάκι, σαν άδειο τσουβάλι που πέφτει από τα χέρια αυτού που το κρατεί! Η θέα προς το Κάστρο με αποζημίωσε και μου τόνωσε το ηθικό και τις δυνάμεις. Έτσι, σαν σηκώθηκαν οι μέλισσες, πετάχτηκα κι εγώ σαν ελατήριο επάνω. Ανανεώθει ως αετού η νεότης μου ή μάλλον σαν ιέρακος, μιας και το γεράκι με τα κοράκια εξακολουθούσαν τον καυγά τους και τις πτήσεις τους. Κουάξ, κουάξ και τα ερωτευμένα βατράχια από κάτω, σαν να μου έδωσαν πνοή να συνεχίσω..να συνεχίσει ο κηφήνας με το σμάρι. Ευτυχώς που οι «μελισσούλες» ασχολούνταν με το τι θα αφαιρέσουν από πάνω τους, μιας κι ο ήλιος ανέβαινε και κάποια απ´αυτά που φοράγανε τους βαραίνανε κι δεν πήρανε χαμπάρι το χάλι μου…Σαν τέλειωσε η ανηφόρα κι ίσιωσε ο δρόμος, αποκτώντας μάλιστα κατηφορική φορά, άρχισαν οι μελισσούλες να «βουίζουν» στην ομήγυρη με τα θέματα τους. Κάπου εδώ, μπόρεσα κι εγώ να πω μια κουβέντα, αφού η καρδιά μου, έφυγε από τον λαιμό που είχε φθάσει και κατέβηκε στην θέση της κι αφού πια έπαψε να κτυπά σαν βαριοπούλα που πέφτει σε αμόνι… Να λοιπόν που η ζωή, έχει ανηφόρες, μα έχει και ίσιους δρόμους και κατηφόρες. Αναθάρρησα κι υποσχέθηκα στον εαυτό μου να το ξαναεπιχειρήσω. Δεν μπορεί, κάποιος Άγιος με το εκκλησάκι του, θα βρεθεί στον δρόμο να με σώσει. Η συνέχεια της διαδρομής ήταν ευχάριστη. Οι συζητήσεις περιεστράφησσαν γύρω από τις εκλογές και τα βρώσιμα χόρτα της διαδρομής. Φωτογραφηθήκαμε σε διάφορες φάσεις, φωτογραφηθήκαμε και με φόντο ένα βόδι που εκστασιασμένο κοίταζε το «σμάρι» από τον παραστημό…Στην προσπάθεια μου να αναλύσω τα οφέλη του ταραξάκου που βαστούσα στο χέρι μου, πάτησα μεγαλοπρεπέστατα με το αριστερό μου πόδι μια σβουνιά, μέχρι που χάθηκε όλο το παπούτσι μέσα της. Γούρι, γούρι αναφώνησε το «σμάρι», γούρι, γούρι αναφώνησα κι εγώ, τι άλλο νά ´κανα εξ´ άλλου… Μ´ αυτά και μ´αυτά, φθάσαμε χαρούμενοι και τροπαιοφόροι (τρόπαια….τα σκουπίδια που μαζεύανε οι κυρίες στην διαδρομή) στον Φάρο, όπου ήπιαμε καφέδες κτλ…. Συμπληρώσαμε τις αναπνοές μας με τ´ αρώματα της θάλασσας και επιστρέψαμε με ταξύ στην Απολλωνία απ´ όπου ξεκινήσαμε. Έτσι ο καθ´ ένας πήγε στις δουλειές της καθημερινότητας του κι εγώ στον Παντοκτάτορα, για να βγάλω τα παπούτσια, όπου μέσα τους τα πόδια μου, είχαν πάρει δυο νούμερα παραπάνω. Τώρα καθισμένος στην βεράντα, με την Χρυσοπηγή μπροστά μου και συντροφιά τις εναλλαγές του γαλάζιου τ´ ουρανού και της θάλασσας, γράφω αυτό το «διαγώνισμα» και το στέλνω στα βάθη της αιωνιότητας, να μου το βαθμολογήσει ο χρόνος. Άντε «Σμάρι» της Σίφνου και εις άλλα με υγεία….

Του Κωνσταντίνου Βασάλου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ